Κάτω από την ξύλινη σκεπή, χωρίς να παρεμβάλλεται μεταξύ τους σεντόνι, μπλούζα, ελάχιστη σκόνη ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να χωρίσει δύο σώματα, άκουσε το στομάχι της που έκανε έναν δυνατό θόρυβο, κάτι περισσότερο από γουργουρητό, κάτι λιγότερο από βρυχηθμό, μια φασαρία που κάτω από κανονικές συνθήκες δε θα τον ξυπνούσε, αλλά τώρα τον είχε ξυπνήσει γιατί οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές και είχαν κουλουριαστεί ο ένας με τον άλλον για να παλέψουν το κρύο, έτσι όπως τους άφησαν γυμνούς, στο κέντρο αυτής της άδειας αποθήκης που μύριζε μούχλα και ούρα ή και κάτι άλλο που δε μπορούσε να καταλάβει τι ήταν και που στο κάτω κάτω δεν τον ένοιαζε τι ήταν, αφού το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να μείνουν ζεστοί κι ζωντανοί.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ήταν να παγώσουν και να πεθάνουν από το κρύο, στη μέση του πουθενά, εκεί που υπολόγιζε ότι δε θα τους έβρισκε ψυχή, μιας και η διαδρομή στο χωματόδρομο ήταν ένας ανελέητος χορός πάνω σε πέτρες και λακούβες που κράτησε ατέλειωτες ώρες, τόσες πολλές που δε μπορούσε να υπολογίσει ούτε πόσες ήταν και άρα δε μπορούσε να υπολογίσει πια ούτε την ώρα, ούτε τη μέρα, αλλά λογάριαζε ότι είχαν περάσει πάνω από τριάντα ώρες που δεν άκουσαν ούτε αμάξι, ούτε τα βήματα κάποιου περαστικού, ούτε φωνές από μακριά, ούτε το χτύπο κάποιας καμπάνας. Το μόνο που μετρούσε το χρόνο ήταν οι γραντζουνιές από το σκισμένο καρπέτο του πορτ μπαγκάζ που τους μετέφερε, αυτές οι αμυχές που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται και να φτιάχνουν το κακάδι που σήμαινε ότι σύντομα θα τις ξεφορτωνόντουσαν. Οι δικές του οι πληγές έκλειναν πιο γρήγορα και οι αντοχές του έδειχναν μεγαλύτερες, έτσι που αν έπρεπε να πει ποιος από τους δυο θα τα κατάφερνε σε αυτή την ιστορία, τότε θα πόνταρε σίγουρα στον εαυτό του.

Ήταν παγωμένη, όσο κι αν την έσφιγγε πάνω του εξακολουθούσε να είναι παγωμένη. Είχε δοκιμάσει κάθε πιθανό τρόπο για να απελευθερωθούν, αλλά δε μπορούσε να εντοπίσει ούτε πόρτα, ούτε κάποιο άνοιγμα, ούτε ένα εργαλείο, κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ώστε να σπάσουν τον τοίχο ή να σκάψουν το τσιμεντένιο πάτωμα ή να σκαρφαλώσουν μέχρι τη στέγη, τίποτα, τους είχαν κλείσει γυμνούς μέσα σ’ ένα σκοτεινό και απαραβίαστο κουτί, λέγοντάς τους ότι δεν επρόκειτο να τους ελευθερώσουν, αλλά ούτε και να τους σκοτώσουν με τα χέρια τους, θα τους άφηναν να πεθάνουν μόνοι τους, θα άφηναν το χρόνο που θα περνούσε να κάνει τη βρώμικη δουλειά, άλλωστε πάντοτε αυτός την κάνει όταν δεν βρίσκεται κάποιος άλλος τρόπος κι έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα περίμενε και ο ίδιος από τον χρόνο να κάνει τη δουλειά, να διαταραχθεί όσο χρειαζόταν η χημεία των σωμάτων τους για να αρχίσουν οι παραισθήσεις από τη δίψα και την πείνα και στο τέλος να χαθούν όπως ήταν να χαθούν, δίχως να έχουν πλήρη συνείδηση και άλλες απαιτήσεις από τη ζωή.

Φυσικά, δεν οδηγήθηκε στην παραίτηση από την αρχή, όχι, πήρε κάποιο χρόνο, διαμεσολάβησαν στάδια οργής, πανικού, θλίψης, απελπισίας και πολλά άλλα τα οποία όμως πέρασαν τόσο γρήγορα, σα να έβλεπε μια ταινία σε fast forward, μια κακή ταινία που θα βαριόταν να τη δει ακόμη και ο πιο υπομονετικός θεατής και ήταν εκείνη τη στιγμή που το στομάχι της έκανε αυτόν τον παράξενο θόρυβο που άνοιξε τα μάτια του, σα να ξυπνούσε από λήθαργο και την ένιωσε παγωμένη και κολλημένη πάνω του, τη γυναίκα που είχε ερωτευτεί και με την οποία είχαν ονειρευτεί να περάσουν τη ζωή τους μαζί, αλλά το ήξεραν και οι δύο πως αυτό ήταν αδύνατον και πως θα έφτανε σύντομα η μέρα που θα αποφάσιζαν να χωρίσουν όταν ο ένας από τους δύο θα έβρισκε κάποιον άλλον ή που θα έλεγαν ότι θα συνέχιζαν να ζουν μαζί, αλλά όχι τόσο ερωτευμένοι όσο υπήρξαν στην αρχή και θα δημιουργούσαν τον απαραίτητο χώρο για μπουν ανάμεσά τους κάποια τρίτα σώματα που και αυτά με τον καιρό θα έφευγαν για να έρθουν άλλα και άλλα και μετά άλλα μέχρι να μην μπορούν να πάρουν πια τα πόδια του και να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι ακόμη και ο έρωτας ήταν κάτι που θα αναγκάζονταν να αφήσουν πίσω τους, μαζί με πολλά άλλα τα οποία βεβαίως θα είχαν μικρότερη σημασία.

Ήταν ζήτημα χρόνου τώρα να τους εγκαταλείψουν οι δυναμείς τους, αλλά ελάχιστα λεπτά πριν να συμβεί το αναμενόμενο η παγωμένη γυναίκα γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε βλέποντας πίσω από αυτόν ή και στο πλάι του ή και πάνω από το κεφάλι του ή κάτω από τα πόδια του, δεν είχε και τόση σημασία, όσο αυτό που κατάφερε να του πει, Θα μείνεις πάντα μαζί μου; Η διατύπωσή της έμοιαζε με ερώτηση η οποία όμως εμπεριείχε ταυτόχρονα την διαπίστωση την οποία εξέφρασε ξέπνοος Ναι, θα μείνω εδώ μαζί σου. Και αυτό για πρώτη φορά ισοδυναμούσε με το Ναι, θα είμαι για πάντα μαζί σου, μιας και το πάντα ήταν εκεί και τώρα, μιας και ο χρόνος τους τελείωνε και αυτή ήταν η πρώτη φορά που κατάφερε να πει και να εννοεί ταυτόχρονα, ότι ο έρωτάς τους ήταν ο έρωτας που θα διαρκούσε στο διηνεκές, αντιλαμβανόμενος παρά τις αντίξοες συνθήκες ότι μόνο μέσα σε μια τέτοια αντιξοότητα ή κάποια παρόμοια, υπήρχε περίπτωση να σκεφτεί έναν έρωτα που θα διαρκούσε για πάντα.

Η παγωμένη γυναίκα κουλουριάστηκε πάλι μέσα του και δεν ξαναμίλησε. Ούτε και ο ίδιος κατάφερε να πει κάτι περισσότερο. Ο χρόνος θα έκανε τη δουλειά του. Αργά ή γρήγορα θα τους σκότωνε.

Το ήξεραν πλέον και οι δυο ότι ακόμη κι αν άνοιγε κάποιος την πόρτα για να τους ελευθερώσει, εκείνοι δε θα έβγαιναν, αλλά υπέθεσαν ότι είχαν αρχίσει ήδη οι παραισθήσεις.

© Eftychia Giannaki 2016.

 

Rothko_2