Ευτυχία Γιαννάκη: «Η νουάρ ατμόσφαιρα υπάρχει μέσα μας»  

Μήπως οι μικρές ζωές μας, σε κάποια αθηναϊκή γειτονιά, αποτελούν ψηφιδωτά μιας μεγάλης αστυνομικής ιστορίας; H συγγραφέας Ευτυχία Γιαννάκη μιλάει στο allyou.gr και τη Γωγώ Καρκάνη για τις δικές της ιστορίες.

Screen Shot 2017-10-14 at 15.11.22

 

Εργατικές πολυκατοικίες της Δραπετσώνας και πολυτελείς μονοκατοικίες των βορείων προαστίων, αστικά διαμερίσματα και λαϊκά χαμόσπιτα, μοντέρνα εμπορικά κέντρα και ρετρό οινομαγειρεία γεμίζουν ξαφνικά με μπάτσους και δολοφόνους, όργανα και στοιχεία εγκλημάτων. Διαβάζοντας την Τριλογία της Αθήνας της Ευτυχίας Γιαννάκη («Στο πίσω κάθισμα», «Αλκυονίδες μέρες», το τρίτο μυθιστόρημα αναμένεται), με πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο, αρχίζεις να βλέπεις την ηλιόλουστη πόλη σου σαν ένα νουάρ σκηνικό, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν – και τα πάντα συμβαίνουν.

Ο θύτης, το θύμα, ο μάρτυρας μιας παραβατικής πράξης ζει στη διπλανή πόρτα ή ακόμα και μέσα σου. Οι αστυνομικές ιστορίες της Ευτυχίας Γιαννάκη δεν δίνουν, απλά, ενδιαφέρον στην καθημερινότητά σου· τη μεταμορφώνουν. Οι θετικές κριτικές («Η Ευτυχία Γιαννάκη έβαλε ψηλά τον πήχυ», έγραψε ενδεικτικά ο Τάσος Γέροντας), η εμπορική επιτυχία των βιβλίων της, η βράβευση του «Στο πίσω κάθισμα» με το Βραβείο Βιβλίου Public 2017 για το καλύτερο Ελληνικό Μυθιστόρημα ήταν μόνο οι αφορμές για να μιλήσουμε μαζί της.

«Η ιστορία αυτή δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η πόλη», γράφετε. Ποια χαρακτηριστικά της σημερινής Αθήνας την καθιστούν σκηνικό κατάλληλο για αστυνομικές ιστορίες;

Για μένα είναι ιδεώδες αυτό το σκηνικό όχι μόνο γιατί το γνωρίζω αλλά και γιατί η Αθήνα βιώνει ριζικές αλλαγές δεδομένης της λεγόμενης οικονομικής κρίσης. Έχεις την αίσθηση ότι οι βεβαιότητες του παρελθόντος καταρρέουν και αυτό εκφράζεται, με έναν τρόπο, στο αστικό τοπίο. Δηλαδή νομίζεις πολλές φορές ότι τα ίδια τα κτίρια, οι γειτονιές μιλούν γι’ αυτό που συμβαίνει. Επίσης ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται η μικροπαραβατικότητα και η μεγάλη παραβατικότητα στην πόλη την καθιστά ιδεώδες σκηνικό για να δομηθεί πειστικά μια αστυνομική ιστορία. Διαβάζοντάς τη λες ναι, θα μπορούσε όντως να συμβεί.
Παρόλο που ο αθηναϊκός καιρός δεν ταιριάζει στο στερεότυπο της νουάρ ατμόσφαιρας;

Για μένα η νουάρ ατμόσφαιρα δεν δομείται τόσο από τον καιρό – για παράδειγμα πολύ ωραίες νουάρ ιστορίες εκτυλίσσονται στο νότο της Γαλλίας, στη Μασσαλία. Δομείται κυρίως από τις νουάρ συνθήκες, όπως είναι η παραβατικότητα και το πώς την ανεχόμαστε, το χάος που ενδεχομένως υπάρχει σε ένα αστικό τοπίο. Η νουάρ ατμόσφαιρα, το σκοτεινό στοιχείο, υπάρχει μέσα μας. Ακραίες συμπεριφορές, ή εγκληματικές συμπεριφορές, υπάρχουν παντού.

Η οικονομική κρίση πώς συνεισφέρει στη νουάρ ατμόσφαιρα;

Σε ένα πεδίο όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν, κάποιος εξερευνά τα όρια, τις αντοχές του και το τι μπορεί τελικά να δεχτεί για τον εαυτό του και τους γύρω του. Αυτό το παιχνίδι των ορίων είναι πολύ σημαντικό στην αστυνομική λογοτεχνία. Ένα επιτυχημένο βιβλίο δεν σου προκαλεί απλώς το ενδιαφέρον να δεις πώς θα λυθεί το μυστήριο – αυτό νομίζω ανήκει σε μια παλαιότερη σχολή αστυνομικών βιβλίων. Σε κάνει και να αναρωτιέσαι για τα δικά σου όρια.

Σε κάνει να αναρωτιέσαι, εγώ μέχρι που θα έφτανα για να προστατεύσω κάτι; Ή αν εγώ ήμουν στη θέση του θύματος ή του θύτη, πώς θα το χειριζόμουν; Ας πούμε στο «Πίσω κάθισμα», όπου η κεντρική έννοια είναι τα κλειστά στόματα και το πού οδήγησε τελικά αυτό, αναρωτιέσαι, εγώ ενδεχομένως σε τι συναίνεσα; Σε τι δεν μίλησα όλα αυτά τα χρόνια; Τελικά, μήπως το γεγονός ότι δεν μίλησα οδήγησε την κατάσταση σε κάποιο άκρο, κάποτε, κάπως; Ίσως να μην οδήγησε σε ένα φόνο, αλλά αυτό το μικρό, το καθημερινό κλιμακώνεται και είναι παρόν σε όλων μας, νομίζω, τις ζωές.

Σε ένα άρθρο που έχετε γράψει, μια φανταστική επιστολή σας προς τον αστυνόμο Μπέκα, το λογοτεχνικό ήρωα του Γιάννη Μαρή, διερωτάστε «ποια είναι η ρίζα του κακού, εδώ στα μέρη μας». Έχετε καταφέρει να δώσετε μια απάντηση;

Θα έλεγα ότι βρίσκεται στην ανοχή μας στη μικροπαραβατικότητα και την παραβατικότητα. Στην Αθήνα υπάρχει μια αίσθηση ότι όλα επιτρέπονται, όλα είναι ανεκτά. Θα περάσουμε και λίγο το κόκκινο, θα πάμε και λίγο ανάποδα στο δρόμο, θα καπνίσουμε και όπου μας έρθει, θα πετάξουμε και τα σκουπίδια μας όπως να ’ναι και σιγά σιγά αυτό γιγαντώνεται. Δεν θα μιλήσουμε για το γείτονα που μπορεί να πλακώνει το παιδί του στο ξύλο και ούτω καθεξής.

Η ρίζα του κακού βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι δεν καταφέρνουμε να καθίσουμε συλλογικά σε ένα τραπέζι και να κουβεντιάσουμε. Να πούμε ότι αυτό αξίζει και προς αυτή την κατεύθυνση θα πάμε ή το άλλο δεν αξίζει και πρέπει να το αφήσουμε πίσω μας. Νομίζω ότι αδυνατούμε να δούμε ποιος είναι ο άξιος και να τον επιβραβεύσουμε. Ή λειτουργούμε λίγο κανιβαλικά, έχουμε την αίσθηση ότι εμείς είμαστε και κανένας άλλος. Αυτά τα δύο προβλήματα παίρνουν μεγάλες διαστάσεις σε βάθος χρόνου και τα θεωρώ σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα και για ό,τι ζούμε αυτό τον καιρό.

Το πρώτο βιβλίο της Τριλογίας σας περιστρέφεται γύρω από τη δολοφονία ενός διάσημου σκηνοθέτη, το δεύτερο μιας γυναίκας από την Γκάνα… Μπορείτε να μας δώσετε μερικά στοιχεία για το τι να περιμένουμε στο τρίτο;

Στο πρώτο βιβλίο παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο το κέντρο της Αθήνας και κάποιες συνοικίες της Δραπετσώνας, στο δεύτερο ο φόνος γίνεται σε ένα εμπορικό κέντρο τύπου mall, οπότε έχουμε πιο έντονο το στοιχείο της αγοράς, που λειτουργεί ως σύμβολο και όλου αυτού που συμβαίνει στη χώρα. Στο τρίτο βιβλίο μετατοπιζόμαστε, γεωγραφικά, στη νότια πλευρά της Αθήνας, στο παραλιακό μέτωπο. Αλλά και στα τρία βιβλία επανέρχεται η έννοια του παρελθόντος, του οικογενειακού μυστικού. Αν και οι ιστορίες των εγκλημάτων που λύνει ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος είναι αυτοτελείς, και στα τρία βιβλία συνεχίζεται η προσωπική του ιστορία, που ξεκινάει από το «Πίσω κάθισμα».

Ποιοι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και όχι μόνο είναι οι αγαπημένοι σας;

Για πολλά χρόνια δεν διάβαζα αστυνομικά βιβλία, οπότε οι μεγάλες μου αγάπες προέρχονται από άλλα είδη. Μου αρέσουν πάρα πολύ οι γερμανόφωνοι: ο Τόμας Μπέρνχαρντ και η Ελφρίντε Γέλινεκ, Αυστριακοί και οι δύο. Προσφάτως ανακάλυψα και τον Χανς Φάλαντα. Αν πρέπει να αναφέρουμε και συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, θα έλεγα ότι είναι ο Ζαν-Κλωντ Ιζζό.
Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς έχουν κάποιον κοινό παρονομαστή;

Οι γερμανόφωνοι, την αναφορά σε εμβληματικά έργα της φιλοσοφίας ή της λογοτεχνίας – Νίτσε, Ντοστογιέφσκι κ.λπ. Συνδέονται με ένα νήμα υπαρξιακής αναζήτησης, γοητευτικό στον τρόπο με τον οποίο ο ένας το παίρνει από τον άλλο και το συνεχίζει ή το πηγαίνει κάπου αλλού, αλλά και ως θεματολογία. Αγγίζουν πολύ βαθιά τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ως εκ τούτου δίνουν έργα όχι μόνο διαχρονικά, αλλά και πολύ δυνατά για τον αναγνώστη.

Στις αστυνομικές ιστορίες, από την άλλη, η μαεστρία όλη έγκειται στο πώς γίνεται το πάντρεμα ανάμεσα στο βάρος και την ελαφρότητα. Πώς τα βαθύτερα υπαρξιακά, ψυχολογικά, κοινωνικά ζητήματα εντάσσονται σε ένα αφήγημα που σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης είναι πιο απλό. Ο Ιζζό κατάφερε λοιπόν να μεταφέρει ένα ερώτημα όχι με τον τρόπο της Γέλνικε ή του Μπέρνχαρντ ή του Φάλαντα, αλλά ομοίως έξυπνα και αποτελεσματικά για τον αναγνώστη.

Για ποιο λόγο επιλέξατε εσείς να γράψετε αστυνομική λογοτεχνία; 

Για να είμαι ειλικρινής, στο παρελθόν, όταν είχα μια εταιρεία όπου δούλευα πάρα πολλές ώρες, επιστρέφοντας το βράδυ στο σπίτι ήμουν πάρα πολύ κουρασμένη. Πήγαινα να διαβάσω ένα απαιτητικό ανάγνωσμα και δεν την πάλευα με τίποτα. Οπότε ξεκίνησα να διαβάζω αστυνομικά περισσότερο για να κυλάει πιο εύκολα η ιστορία, και εκεί διαπίστωσα αυτόν το συνδυασμό βάρους και ελαφρότητας, που δεν είναι απαιτούμενος σε άλλα είδη, και τον βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Και σκέφτηκα ότι αυτή την περίοδο, με τους ανθρώπους να είναι όπως είναι, να δουλεύουν όπως δουλεύουν, η αστυνομική λογοτεχνία ίσως να ήταν ένας τρόπος να μιλήσω σε περισσότερους ανθρώπους και πιο ευθέως για κάποια ζητήματα.

Πώς σάς έχουν επηρεάσει οι θετικές κριτικές, η εμπορική επιτυχία και οι διακρίσεις των βιβλίων σας; 

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Μέσα σε ένα χρόνο από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο πολύς κόσμος το έχει διαβάσει και μου στέλνει σχόλια κ.λπ. Οπότε θα έλεγα ότι σε αυτή την περίοδο είμαι κάπως αιφνιδιασμένη, παρατηρώ αυτό που γίνεται. Προφανώς βρίσκω την αποδοχή του κόσμου πολύ ευχάριστη. Ωστόσο για να φτιάξω τις ιστορίες μου ναι μεν ακούω τις κριτικές, βλέπω τι άρεσε, τι δεν άρεσε, αλλά τελικά αυτό που θα καθίσω να γράψω έρχεται από πιο εσωτερικές διαδρομές.

Τα μυθιστορήματα της Ευτυχίας Γιαννάκη «Στο Πίσω κάθισμα» και «Αλκυονίδες μέρες» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στις 31/10 η συγγραφέας θα παρουσιάσει τις «Αλκυονίδες μέρες» στα Public του Βόλου, περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Πηγή: http://www.allyou.gr/faces/interview/28073-eftyxia-giannaki-i-nouar-atmosfaira-yparxei-mesa-mas