Κάθε μεσημέρι όταν τέλειωνε με τις δουλειές της καθόταν να λύσει το σταυρόλεξό της. Μετά έγραφε μια ιστορία με τις λέξεις που είχε βρει. Μέχρι το απόγευμα η ιστορία ήταν έτοιμη. Την έβαζε σε ένα ντοσιέ όπου είχε όλες τις ιστορίες που είχαν γεννηθεί από τα σταυρόλεξα και δεν τις ξαναδιάβαζε ποτέ, ούτε τις έδειχνε σε κάποιον άλλο. Δεν ήταν αποτέλεσμα έμπνευσης, δεν είχαν καμία αξία. Ήταν ιστορίες φτιαγμένες στην τύχη, χωρίς νόημα.

Το ντοσιέ το φύλαγε στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι της, μέσα στο υπνοδωμάτιο, δίπλα στο σαλόνι, πλάι στον τοίχο του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας, τρία μέτρα από το ασανσέρ του τρίτου ορόφου που τον χώριζαν δεκατρία μέτρα από το πεζοδρόμιο του δρόμου ταχείας κυκλοφορίας που στο απέναντι διάζωμα ακουμπούσε στο πάρκο που ακουμπούσε στο παραλιακό μέτωπο της πόλης στη θάλασσα που μερικές εκατοντάδες μίλια μακριά ακουμπούσε στο νησί όπου είχε γεννηθεί.

Ένα μεσημέρι, το τελευταίο μεσημέρι κάθισε να λύσει το σταυρόλεξό της και οι γραμμές είχαν κάτι περίεργο. Ήταν ακατάστατες, λοξές, το ίδιο συνέβαινε και με τις στήλες. Τα κουτάκια ήταν τοποθετημένα διαγώνια σε μια πρωτοφανή αταξία. Πως μπορούσε να βγάλει άκρη; Δεν είχε λογική το στραβόλεξο. Δεν έβγαινε άκρη. Δεν έβλεπε καλά. Έτριψε τα μάτια της. Κάτι είχε πάθει. Ήταν σίγουρο ότι δεν έβλεπε καλά. Μάλλον αρρώσταινε. Ίσως έπρεπε να καλέσει σε βοήθεια όσο είχε ακόμη κάποιες δυνάμεις. Σηκώθηκε. Κοίταξε γύρω της, έξω από το παράθυρο. Ο ορίζοντας είχε κάτι ακατάστατο. Ο δρόμος περνούσε πάνω από τη θάλασσα, τα αυτοκίνητα έτρεχαν δίπλα στα πλοία, ο ουρανός έμπαινε μέσα στη θάλασσα και οι πολυκατοικίες στερεώνονταν στον ουρανό. Οι άνθρωποι άγγιζαν τα πουλιά και τα σύννεφα σέρνονταν στο πάρκο. Το νησί της ακουμπούσε στην πόλη. Τα δύο υπνοδωμάτιά της, το ένα στο νησί και το άλλο στην πόλη, έμπαιναν το ένα μέσα στο άλλο και οι ιστορίες της βρίσκονταν ταυτόχρονα μέσα στα δύο κομοδίνα της.

Πήγε στα κομοδίνα, τράβηξε το ντοσιέ με τις ιστορίες που ήταν φτιαγμένες με λέξεις στην τύχη και άρχισε να τις διαβάζει. Στον νέο κόσμο όπου όλα ήταν στραβά και ακατάστατα και ακουμπούσαν το ένα στο άλλο, οι ιστορίες της είχαν νόημα. Τώρα καταλάβαινε. Είχε αρρωστήσει σίγουρα. Δεν κάλεσε σε βοήθεια παρόλο που το ήξερε ότι χανόταν, αλλά δεν είχε τίποτα κακό αυτό το χάσιμο μέσα στον νέο ρευστό κόσμο που την περιέβαλε.

Οι ιστορίες της, φτιαγμένες από κάποια σταυρόλεξα στην τύχη, ήταν το μόνο που απέμεινε μετά την εξαφάνισή της και δεν έβγαζαν κανένα νόημα.

abd