alt

Επιλογές μεταφρασμένης και ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της εκδοτικής παραγωγής και καταγράφουν τις «τάσεις» τόσο των συγγραφέων όσο και του αναγνωστικού κοινού.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

ΠΕΜΠΤΗ, 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Ποιος το περίμενε πριν από ένα χρόνο, ότι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Κρυφός Πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών (εκδ. Κέδρος), του έμπειρου συγγραφέα αστυνομικής μυθοπλασίας Δημήτριου Μαμαλούκα, θα κέρδιζε το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος του περιοδικού ο «Αναγνώστης»; Αυτό δεν το φαντάζονταν ούτε οι πιο αισιόδοξοι εξ ημών, των φανατικών αναγνωστών ενός είδους που ξεκίνησε σαν λαϊκό ανάγνωσμα και έγινε το κατ’ εξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα των καιρών μας. Γνωστό τοις πάσι αλλά ας το επαναλάβουμε: όσο κι αν τα αστυνομικά βιβλία έχουν κερδίσει ένα τεράστιο αναγνωστικό κοινό, στην Ελλάδα και όλο τον κόσμο, αντιμετωπίζονταν μέχρι πρόσφατα σαν παραλογοτεχνία από τις ντόπιες κριτικές επιτροπές. Άλλη σημαντική εξέλιξη της χρονιάς που πλησιάζει στο τέλος της ήταν η βράβευση της Ευτυχίας Γιαννάκη για το πρώτο της μυθιστόρημα Το Πίσω Κάθισμα (εκδ. Ίκαρος), με το βραβείο κοινού αλυσίδας βιβλιοπωλείων· ήταν μια σαφής απόδειξη της δυναμικής του είδους και της διείσδυσής του στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό.

Το 2107 ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησαν περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα από ποτέ – μεταφρασμένα και ελληνικά. Αυτό εκ πρώτης όψεως μοιάζει καλό, είναι όμως;

Και τώρα που χαρήκαμε και πανηγυρίσαμε, καιρός για λίγη γκρίνια. Το 2107 ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησαν περισσότερα αστυνομικά μυθιστορήματα από ποτέ – μεταφρασμένα και ελληνικά. Αυτό εκ πρώτης όψεως μοιάζει καλό, είναι όμως; Με δεδομένο ότι ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό των μυθιστορημάτων αυτών είναι «πολτός» –και όχι υπό την cult έννοια του pulp fiction– τι σημαίνει μια τέτοια πληθώρα βιβλίων; Φοβάμαι ότι σύντομα το αναγνωστικό κοινό θα μπουχτίσει από την ένδεια στην πλοκή, από την επανάληψη επιτυχημένων συνταγών και τις πρόχειρες μεταφράσεις, και θα εγκαταλείψει το είδος. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, όλοι οι εκδότες –μεγάλοι και μικροί, Ευρωπαίοι κι Αμερικανοί– αναπαράγουν ασταμάτητα τις επιτυχημένες θεματολογικές συνταγές· μετρήστε πόσα «Κορίτσια» κυκλοφόρησαν μετά το Κορίτσι εξαφανίζεται (της Τζίλιαν Φλιν). Χαρακτηριστικό των περισσότερων απ’ αυτά τα μυθιστορήματα είναι η Μεγάλη Ανατροπή, όπως μας είπε ο Ιρλανδός συγγραφέας Στιούαρτ Νέβιλ. Σ’ ένα άρθρο του, στην εφημερίδα «Irish Times», αναλύει εξαιρετικά το φαινόμενο αυτό που ονομάζει «The Big Twist», και σημαίνει εν ολίγοις την προσπάθεια των συγγραφέων να αιφνιδιάσουν τους αναγνώστες με διαρκείς και όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακές ανατροπές. Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απλώς μια αιματοβαμμένη ιστορία με αλλεπάλληλες ανατροπές; Μήπως ο αναγνώστης που περιμένει διαρκώς την επόμενη ανατροπή, σε μια προσπάθεια να συναγωνιστεί τον συγγραφέα σε ευφυΐα, χάνει εντέλει την ουσία – που είναι η αναγνωστική απόλαυση ενός καλογραμμένου κειμένου; Σε μια εποχή που όλα έχουν γραφτεί, η πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος δεν αρκεί να είναι ματωμένη, αρρωστημένη κι ανατριχιαστική· εκτός από λογοτεχνικά γραμμένη, οφείλει να διηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, να ρίχνει φως σε μια πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας και της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, να μην είναι ένα σκέτο σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.

Θα τελειώσω με μια φράση που μου είπε ο σπουδαίος συγγραφέας και γνώστης της αστυνομικής λογοτεχνίας, Αλέξης Πανσέληνος: ένα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πράγματι καλό όταν σου δημιουργεί τη διάθεση να το ξαναδιαβάσεις – παρότι γνωρίζεις τον δολοφόνο.

Διαβάστε περισσότερα… εδώ