crime_fiction5_0

Γράφει η Ευτυχία Γιαννάκη για τις {σελίδες} για βιβλιόφιλους

Η πρώτη φράση του μυθιστορήματος «Τυφλή Ετυμηγορία» (1977) της Ρουθ Ρέντελ, «Η Γιούνις Πάρτσμαν σκότωσε την οικογένεια Κόβερντεϊλ επειδή δεν γνώριζε ανάγνωση και γραφή», αποτελεί ίσως το πιο γνωστό σπόιλερ στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, αφού η συγγραφέας αποκαλύπτει στην πρώτη πρόταση του βιβλίου την δολοφόνο. Πολλοί πιστεύουν ακόμη και σήμερα ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι απλώς ένας γρίφος που έχει ως στόχο να αποκαλύψει τον δολοφόνο, καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει στοιχεία αποκρύπτοντάς τα με τεχνάσματα ή τα αποκρύπτει αποκαλύπτοντάς τα, σε ένα διαρκές παιχνίδι ανατροπών και σασπένς με τον αναγνώστη, γεγονός που για αρκετά χρόνια την καθήλωσε ως υποδεέστερο λογοτεχνικό είδος στη συνείδηση των κριτικών και του αναγνωστικού κοινού. Είναι όμως έτσι τα πράγματα σήμερα;

Από τις απαρχές της αστυνομικής αφήγησης που σύμφωνα με τους θεωρητικούς εντοπίζονται στα μέσα του 19ου αιώνα, ξεκινώντας με τους Φόνους της Οδού Μοργκ του Πόε και καταλήγουν στις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς του Κόναν Ντόιλ που θα λειτουργήσει ως μήτρα, αρχέτυπο για τους ντετέκτιβ που θα ακολουθήσουν, μέχρι την άνθηση της λογοτεχνίας μυστηρίου από τις αρχές του 20ου αιώνα με τον Πουαρό και την Μις Μαρπλ της Κρίστι ή τον πατέρα Μπράουν του Τσέστερτον και πολλούς άλλους στη συνέχεια, χτίζεται ένα μεγάλο, συστηματικό και ετερόκλητο αναγνωστικό κοινό γύρω από την αστυνομική αφήγηση. Είναι η εποχή που οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο, τα λαϊκά παραμύθια και τις δοξασίες της και καταφθάνουν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο ορθολογισμός της επιστήμης και η επικράτηση της λογικής που επιβάλλει η εποχή, η ενδυνάμωση της αστικής τάξης, η ανάπτυξη της εγκληματολογίας και η τυποποίηση των μεθόδων της αστυνομικής έρευνας, δημιουργούν τις συνθήκες ώστε το κοινό να υποδεχτεί το ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος που επιχειρεί να επιβάλλει τάξη στο χάος και να κατανοήσει τις κοινωνικές αλλαγές, την παραβατικότητα και τις μεθόδους αντιμετώπισής της με συστηματικό τρόπο.

Το αστυνομικό διήγημα είναι το ευχάριστο διάλειμμα ανάμεσα στην ανάγνωση κλασικών έργων ή ο γρίφος που πρέπει κανείς να ξεδιαλύνει στη διάρκεια της διαδρομής με το τρένο προς τη δουλειά. Το κοινό έρχεται σε επαφή με τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τους αστούς και καλείται μαζί με τους ντετέκτιβ να βρει λύσεις. Πολλές φορές τα βιβλία εγκαταλείπονται στις αποβάθρες όταν ολοκληρωθεί η ανάγνωσή τους. Το αστυνομικό διήγημα είναι το νέο λαϊκό ανάγνωσμα που φέρνει στο φως τις σκοτεινές γωνιές των πόλεων, τον δολοφόνο που ζει στο διπλανό διαμέρισμα, τον κλέφτη που καιροφυλακτεί, τον διεφθαρμένο που απολαμβάνει τα παράνομα κέρδη του. Ο γρίφος και η λύση του που ξεδιπλώνονται μέσα από την αγωνιώδη πλοκή βρίσκονται στο κέντρο της αφήγησης. Οι χαρακτήρες και τα ιδιαίτερα ζητήματα που θίγονται προσαρμόζονται στις ανάγκες της εκάστοτε πλοκής και γι’ αυτό είναι συχνά στερεοτυπικά, φτιαγμένα για να εξυπηρετούν ακριβώς την πλοκή.

Από τα μέσα του 20ου αιώνα κι έπειτα, ο γρίφος παραμένει στην καρδιά πολλών αφηγήσεων, παρατηρείται όμως ταυτόχρονα μια έντονη στροφή στον κοινωνικό προβληματισμό γύρω από το έγκλημα και την μελέτη των αιτίων της παραβατικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο χτίσιμο των χαρακτήρων, ενώ οι συγγραφείς δουλεύουν το λογοτεχνικός ύφος της αφήγησης. Στον δυτικό κόσμο αρχίζουν να αναπτύσσονται ρεύματα και σχολές με τις διαφοροποιήσεις τους. Αλλιώς γράφει ο Τσάντλερ, αλλιώς ο Ρος Μακντόναλντκαι αλλιώς ο Σιμενόν.  Αναπτύσσονται πλέον υποκατηγορίες που μας συνοδεύουν μέχρι τις μέρες μας. Ιστορίες με ντετέκτιβ, θρίλερ, μυστήριο, νουάρ, πολάρ και νεοπολάρ, γκαγκστερικό, κατασκοπικό, δικαστικό δράμα, πολιτικό και άλλα, καθώς και γεωγραφικά προσδιορισμένες σχολές (αμερικανική, βρετανική, γαλλική, ιταλική, ισπανόφωνη, σκανδιναβική) με τις ιδιαιτερότητές τους, ανάλογα με την κοινωνία την οποία καθρεφτίζουν. Από τον Γκαμποριό και τον Μανσέτ, από την Κρίστι και τη Χάισμιθ, μέχρι τον Ελρόι, τον Κερ, τον Ιζζό και τον Ατιά ή τον Νέσμπε στις μέρες μας, ξεδιπλώνεται μια μεγάλη βεντάλια αστυνομικών αφηγήσεων, ενώ δεν ήταν είναι οι λογοτέχνες που κάποια στιγμή γράφουν ιστορίες αστυνομικού ύφους όπως οι Φώκνερ, Χεμινγουέι, Πούσκιν, Κέρτες, Κέστνερ, Ντέμπλιν, Ταρτ, Χάντκε και άλλοι.

Στην χώρα μας η έλευση της αστυνομικής αφήγησης γίνεται με δειλά βήματα. Αρχικά έχουμε την εμφάνιση αστυνομικών αφηγημάτων που δημοσιεύονται σε περιοδικά και εφημερίδες, πολλές φορές σε συνέχειες, ακόμη και αντιγράφοντας ιστορίες ή ήρωες της αστυνομικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στο εξωτερικό. Κυκλοφορούν τα περιοδικά Μάσκα και Μυστήριο που εξοικειώνουν το αναγνωστικό κοινό με αστυνομικές και περιπετειώδεις αφηγήσεις, ενώ ο Γ. Μαρής και η Α. Κακούρη δίνουν στα μέσα του 20ου αιώνα σημαντικά αστυνομικά μυθιστορήματα φυτεύοντας τους σπόρους για όσα ακολουθούν μέχρι τις μέρες μας. Το είδος στους φιλολογικούς κύκλους παραμένει για χρόνια παραγνωρισμένο, ενώ μπορούμε να μιλάμε περισσότερο για μεμονωμένες φωνές και λιγότερο για σχολές. Ακολουθεί ο Π. Μάρκαρης που γίνεται γνωστός στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και το αναγνωστικό κοινό εξοικειώνεται πλέον με τους Έλληνες αστυνόμους τόσο από τα αστυνομικά βιβλία, όσο και από τις τηλεοπτικές μεταφορές τους.

Τα τελευταία χρόνια το είδος γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία παγκοσμίως, ενώ οι τηλεοπτικές και κινηματογραφικές μεταφορές των αστυνομικών ιστοριών αγγίζουν όλο και μεγαλύτερο κοινό. Είναι αρκετοί πλέον οι Έλληνες συγγραφείς που στρέφονται στο αστυνομικό, ενώ όλο και περισσότεροι αναγνώστες τους αναζητούν, καθώς  το πλήθος των τίτλων της εγχώριας παραγωγής χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται. Ωστόσο, είναι πρώιμο να μιλήσουμε για ρεύμα που έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή διάρκεια. Το μόνο βέβαιο, είναι ότι από την εποχή που η αστυνομική αφήγηση ήταν απλώς ένας καλοδιατυπωμένος κι έξυπνος γρίφος, μέχρι τις μέρες μας έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι – ή ακόμη καλύτερα πολύ αίμα στις σελίδες – για να φτάσουμε ίσως κάποια στιγμή να μιλήσουμε για την μεγάλη κοινωνική λογοτεχνία της εποχής που θα αναμετρηθεί όχι μόνο με τον τρέχοντα κοινωνικό προβληματισμό, αλλά και τα βαθύτερα υπαρξιακά μας ζητήματα, διατηρώντας ταυτόχρονα τον πυρήνα της σφιχτής πλοκής και του σασπένς.

Βιογραφικό

Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Στην Τριλογία της Αθήνας, τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο, έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής τα βιβλία Στο πίσω κάθισμα  (Ίκαρος, 2016) και Αλκυονίδες μέρες (Ίκαρος, 2017). Στο παρελθόν κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο ένα ακόμη μυθιστόρημά της με τον τίτλο Χάρντκορ (Ωκεανίδα, 2000) που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Περισσότερα για την ίδια μπορείτε να δείτε στο www.giannaki.com