Όταν τον πήραν στην δουλειά τον κοίταζαν όλοι με μισό μάτι. Λαμπρές σπουδές, νέος, ωραίος, με μια σπιρτάδα στο μάτι που παρόπλιζε τους αντιπάλους του. Το σύστημα τον πήγαινε και αυτός πήγαινε το σύστημα. Ήταν ζήτημα χρόνου να ανέβει στην πυραμίδα και να γίνει διοικητικό στέλεχος της εταιρίας. Τα χαμόγελα πάγωσαν όταν κάθισε πίσω από τις οθόνες ασφαλείας του γραφείου του.

Η πρόσληψή του που έγραφε Εργάτης Ασφαλείας φυσικά δεν ανταποκρινόταν στις λαμπρές σπουδές του. Στην πραγματικότητα αυτό που έκανε ήταν να ξεχάσει τις σπουδές του και να κοιτάζει αν κάποιος από τους εργαζομένους έκλεβε, αν στρίμωχνε κανένα ρούχο στην τσάντα ή κάτω από τη μπλούζα του για να το πουλήσει μετά στη μαύρη αγορά. Η εταιρία ήταν η μεγαλύτερη επιχείρηση παραγωγής υψηλής ραπτικής που διέθετε η χώρα. Κι αυτός ήταν ικανός να επιβλέπει όλο το προσωπικό που δούλευε στις μηχανές, μέσα σε μια ενιαία αίθουσα με λευκούς τοίχους, μεγάλους γκρίζους πάγκους και μεταλλικές μηχανές που έβγαζαν επαναλαμβανόμενους ήχους σαν το κροτάλισμα των δοντιών ενός γιγαντιαίου κτήνους ή κάποιου ρομπότ.

Τα πήγαινε μια χαρά. Δεν είχε πιάσει κανέναν για μήνες. Και μόνο η παρουσία του λειτουργούσε τόσο ανασταλτικά που κανείς από τους εργαζομένους δεν σκεφτόταν να κλέψει. Η μεταπήδηση της εταιρίας από την υψηλή ραπτική στη μαζική κατανάλωση με αξιώσεις είχε γίνει ομαλά. Ούτε ένα ρούχο δεν είχε ξεφύγει από το εργοστάσιο, ούτε μια απομίμηση δεν κυκλοφόρησε πριν να βγει στην αγορά το γνήσιο σχέδιο. Η βιομηχανική κατασκοπία είχε αποτύχει παταγωδώς εξαιτίας της παρουσίας του.

Όταν τον πλεύρισαν από το αντίπαλο στρατόπεδο προσφέροντάς του ένα σωρό χρήματα για μερικές φωτογραφίες κι ένα δυο φορέματα που θα έπρεπε ο ίδιος να τους παραδώσει δεν το έπαιξε δύσκολος. Διαπραγματεύτηκε την αμοιβή του και παρέδωσε το υλικό στους αντιπάλους στην ώρα του. Κατόπιν τα φόρτωσε σε μια υπάλληλο που κινούνταν ύποπτα για ένα διάστημα και ξεμπέρδεψε. Αμέσως μετά πήρε προαγωγή. Αυτό συνεχίστηκε για χρόνια και η μια προαγωγή έφερνε την άλλη. Έφτασε ψηλά μέσα σε πέντε χρόνια. Η νέα του θέση έγραφε Επικεφαλής Ασφαλείας του Ομίλου.

Όποιος ξέρει να τα πηγαίνει καλά με το σύστημα, τα πηγαίνει καλά τόσο με το αφεντικό του, όσο και με τους αντιπάλους του. Με προσεκτικές κινήσεις πηγαινόφερνε σχέδια από τον έναν στον άλλον, έγινε ένας διπλός, ένας τριπλός πράκτορας κι έτσι η μια πληροφορία εξουδετέρωνε την άλλη και ο μόνος πραγματικά ωφελημένος ήταν ο ίδιος που θησαύριζε μέσα σε αυτή την ιστορία του ανταγωνισμού των εταιριών υψηλής ραπτικής που μεταπηδούσαν στη μαζική κατανάλωση.

Μετά από δέκα χρόνια είχε γίνει πλούσιος απολύοντας αδίκως γύρω στους τριακόσιους εργαζομένους κατηγορώντας τους για δουλειές που είχε κάνει ο ίδιος. Κανείς δεν τον ενόχλησε, κανείς δεν τον άγγιξε ποτέ, κανείς δεν τον υποψιάστηκε, κανείς δεν μίλησε εναντίον του. Τόσο που πίστεψε για τον εαυτό του ότι ήταν πολύς και συμπεριφερόταν σαν να είναι πολύς. Και όσο πιο πολύ συμπεριφερόταν έτσι, τόσο πιο πολύς γινόταν στα μάτια τα δικά του και των γύρω του. Και αυτή η ιστορία δεν έχει καμία ανατροπή, καμία μετάνοια, κανένα πισωγύρισμα, καμία αλλαγή. Γιατί είναι μια αληθινή ιστορία και ο λίγος έφτασε να διοικεί τον μεγαλύτερο όμιλο της πόλης μέχρι που χωρίς λόγο απέλυσε τελικά τον εαυτό του ισχυριζόμενος ότι είχε εξασφαλίσει την μετεγγραφή του σε έναν μεγαλύτερο όμιλο, μιας μεγαλύτερης πόλης, μιας μεγαλύτερης χώρας, ενός μεγαλύτερου πλανήτη που δεν υπήρχε.

Όλοι σχολίασαν πόσο πολύς ήταν όταν έβαλε το όπλο στο στόμα του και αυτοκτόνησε πανηγυρικά μέσα στο κροτάλισμα των δοντιών του γιγαντιαίου κτήνους που εξακολουθούσε στο διηνεκές.

Τον έθαψαν φυσικά με τιμές. Κι αυτή η ιστορία είναι λίγη, δίχως νόημα και δίχως λόγο μόνο με μια ωραία φράση: το κροτάλισμα των δοντιών του γιγαντιαίου κτήνους που εξακολουθεί στο διηνεκές. Και είναι να απορεί κανείς γιατί γράφονται ακόμη τέτοιες ιστορίες.

© Eftychia Giannaki 2016

Screen Shot 2017-02-20 at 14.51.47