Της φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην αρχή της φάνηκε, μετά ήταν σίγουρη. Δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχισε με τις καθημερινές δουλειές στο σπίτι. Είχε περάσει καιρός που δεν έβγαινε πια. Προτιμούσε να παραγγέλνει ό,τι χρειαζόταν κι ευτυχώς υπήρχε πάντα κάποιος πρόθυμος να της κουβαλάει όσα χρειαζόταν. Συνέχισε λοιπόν να κάνει τις δουλειές της, αλλά το ένιωθε πως το σώμα της βάραινε. Κάθε δέκα λεπτά περίπου έσκαγε πάνω της κι ένας καινούριος παφλασμός, μια κατραπακιά από το πουθενά που έκανε την πλάτη της να πονάει, τα χέρια της να μουδιάζουν, τα πόδια της να βαραίνουν, το πρόσωπό της να παγώνει. Συνέχισε να κάνει δουλειές. Ξεσκόνισε, μαγείρεψε, καθάρισε την κουζίνα και κάθισε στο σαλόνι με κινήσεις που γίνονταν όλο και πιο αργές. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν μία και μισή το μεσημέρι. Είχε περάσει κιόλας η μισή μέρα χωρίς να το πάρει είδηση. Δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχισε να κάθεται. Όταν κοίταξε το ρολόι της για τελευταία φορά είχε πάει δύο. Είχε περάσει κιόλας ολόκληρη η ζωή της χωρίς να το πάρει είδηση. Αυτή η αξιαγάπητη γυναίκα ήταν η γιαγιά μου. Ήταν ξαφνικό; Δεν ξέρω.

 

Screen Shot 2016-11-11 at 14.09.18