Συνέντευξη στον Λάζαρο Αντωνιάδη

Η Ευτυχία Γιαννάκη παρότι νέα συγγραφέας κατάφερε να διακριθεί στον ετήσιο διαγωνισμό βραβείων Public με το πρώτο της βιβλίο της σειράς για την Αθήνα “Στο πίσω κάθισμα” αποσπώντας το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος με 140.000 ψήφους. Η συνέχεια φαίνεται να ελκύει, αφού το δεύτερο μέρος ήδη κυκλοφόρησε και τιτλοφορείται “Αλκυονίδες μέρες” από τις Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ. Δηλώνει ευτυχής και έκπληκτη να δοθεί σε μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα αυτό το βραβείο. Επίσης, μας αναφέρει πως τα μεγάλα υπαρξιακά που έχει μέσα της είναι μια αφορμή για την ενασχόληση της στο συγκεκριμένο είδος.

Βραβευτήκατε την Άνοιξη που μας πέρασε από τους αναγνώστες του Public στην κατηγορία «Ελληνικό μυθιστόρημα». Είναι ένας τρόπος επιβεβαίωσης σ’ ένα είδος κυρίως ανδροκρατούμενο; Και αναφέρομαι στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένα βραβείο που έρχεται από τους αναγνώστες είναι σημαντικό στον βαθμό που νιώθεις ότι το έργο σου έχει διαβαστεί και αγαπηθεί από σημαντική μερίδα ανθρώπων. Το γράψιμο είναι μοναχική ενασχόληση, οπότε όταν οι αναγνώστες σου χαρίζουν ένα τόσο σημαντικό δώρο δεν μπορείς παρά να χαίρεσαι και να παίρνεις δύναμη να συνεχίσεις. Το γεγονός ότι επρόκειτο για πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα στο αστυνομικό μυθιστόρημα αποτέλεσε μάλλον έκπληξη. Νομίζω ότι δείχνει πως πολλοί αναγνώστες έχουν ενδιαφέρον πλέον για το συγκεκριμένο είδος ανεξαρτήτως του φύλου του συγγραφέα, ξεπερνώντας ενδεχομένως αγκυλώσεις του παρελθόντος. Ίσως επειδή υπάρχουν πλέον έργα αστυνομικής λογοτεχνίας τα οποία δεν στηρίζονται απλώς στην πλοκή, την δράση και την επίλυση του μυστηρίου, δηλαδή δεν λειτουργούν απλώς ως γρίφοι που γυρεύουν μια έξυπνη απάντηση, αλλά απλώνουν την αφήγησή τους και τον προβληματισμό τους σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα της εποχής και στο ψυχολογικό βάθος των ηρώων τους. Νομίζω η ισορροπία βάρους και ελαφρότητας στην αφήγηση, ο συνδυασμός μιας πλοκής που κρατάει αυξημένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης θίγοντας κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα είναι που κερδίζουν όλο και περισσότερους αναγνώστες.

 

“Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;” – Στο Πίσω Κάθισμα

 

Στο τελευταίο σας βιβλίο συνεχίζετε την ιστορία του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου. Σας συναρπάζει η ιδέα πως ένα πρόσωπο μπορεί να συγκεντρώνει όλες τις ιστορίες στο συρτάρι του; Ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος με συνοδεύει στην περιπλάνησή μου στην πόλη, σε μια δύσκολη εποχή για την χώρα, δεδομένου ότι οι ιστορίες διαδραματίζονται στη σύγχρονη Αθήνα όπου οι βεβαιότητες του παρελθόντος κλονίζονται. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος σε ακραίες συνθήκες που δοκιμάζει τα όριά του, όπως κι εγώ τα δικά μου μέσα από αυτές τις ιστορίες. Αυτό που με συναρπάζει είναι να μεταδίδει κάποιος τον γνήσιο προβληματισμό του, την αλήθεια του μέσα από την αφήγηση και να παίζει με τα όριά του μέσα από τις ιστορίες που έχει στο συρτάρι του. Και αυτό επιχειρώ να κάνω τόσο στο Πίσω Κάθισμα, όσο και στις Αλκυονίδες Μέρες που είναι τα δύο πρώτα βιβλία της τριλογίας μου. Νομίζω ότι με τον ίδιο τρόπο ο αναγνώστης θα δοκιμάσει όριά του, θα προβληματιστεί, θα ταυτιστεί με κάποιους από τους ήρωες και ενδεχομένως θα αναθεωρήσει τον τρόπο σκέψεις ή τις βεβαιότητες που είχε στο παρελθόν. Η εποχή άλλωστε δεν ευνοεί τις βεβαιότητες και η αστυνομική λογοτεχνία είναι ένα καλό εργαλείο διαχείρισης των φόβων μας.

Η Αθήνα είναι τοπίο γνώριμο και οικείο, αλλά και απόξενο. Η κοινωνία στρέφει το θύτη να γίνεται θύμα; Τα κοινωνικά αίτια βρίσκονται πάντα στον πυρήνα του προβληματισμού μου όταν ξεκινώ να γράφω μια ιστορία. Αν επιχειρήσει όμως να ερμηνεύσει κανείς την παραβατικότητα θα δει ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα απ’ όσο νόμιζε αρχικά. Αν θελήσει επιπλέον να ερευνήσει τα αίτια ενός φόνου, τότε θα δει ότι πρέπει να σκάψει πολύ βαθιά για να φέρει στο φως ένα μόνο κομμάτι του σκοταδιού που κρύβει μια τέτοια ακραία συνθήκη. Είναι το χτίσιμο των χαρακτήρων και το βάθος τους που θα ξεκλειδώσει κάποια από τα ουσιαστικότερα αίτια της πράξης, μέσα από μια ιστορία που θα μεταφέρει την αλήθεια των χαρακτήρων. Μεγαλώνοντας διαπιστώνει κανείς ότι τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος είναι ρευστά και τα αίτια φυσικά δεν είναι μόνο κοινωνικά. Είναι λεπτές οι ισορροπίες μέσα μας. Είμαστε όλοι ακροβάτες. Άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο γυμνασμένοι, ικανοί να γλιστρήσουμε ή να απογειωθούμε κάθε στιγμή.

Γράφετε «σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος». Η απομόνωση ωστόσο δεν είναι δείγμα ανασφάλειας;Το επίπεδο του πολιτισμού μιας κοινωνίας κρίνεται σε μεγάλο βαθμό από την ασφάλεια και τις αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης που μπορεί να παρέχει στα πιο αδύναμα μέλη της. Στο δεύτερο βιβλίο μου επιχειρώ να θέσω το ερώτημα του τι συμβαίνει όταν αυτή η συνθήκη δεν συντρέχει, όταν δηλαδή δεν προστατεύεται ο αδύναμος, ο ξένος, ο διαφορετικός. Πώς εξελίσσονται τότε τα πράγματα; Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα; Ποιος είναι αθώος και ποιος ένοχος; Η απομόνωση δεν είναι μόνο δείγμα ανασφάλειας, είναι αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου συστήματος που δεν κατάφερε να ενσωματώσει τον αδύναμο και τον οδήγησε στο άκρο ή στο περιθώριο.

Τι σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με το αστυνομικό μυθιστόρημα; Η δυνατότητα να συνδυάζει κανείς το βάρος με την ελαφρότητα στην αφήγηση, το γεγονός ότι πρέπει να δοθεί μια πολυεπίπεδη αφήγηση από τη μία που θα κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο από σελίδα σε σελίδα και από την άλλη θα ασχολείται με βαθύτερα κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα, δοκιμάζοντας τα όριά του ή και παίζοντας με τους φόβους του με συναρπάζει. Τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα που είναι ανοιχτά μέσα μου, αυτά είναι για τα οποία γράφω και η αστυνομική λογοτεχνία αποτέλεσε ένα πρόσφορο μέσο, ένα πεδίο όπου δοκιμάζω τον τρόπο σκέψης μου, μαζί με το αναγνώστη. Στόχος μου δεν είναι να του κρύβω στοιχεία, να στήνω γρίφους και να τον ξεγελάω με ανατροπές που υπάρχουν για χάρη της ανατροπής. Στόχος μου είναι να τον προβληματίζω και να προβληματίζομαι μέσα από μία διαδρομή που ναι, η αστυνομική λογοτεχνία την κάνει συναρπαστική.

Ποιους συγγραφείς θα ξεχωρίζατε του είδους; Θα έλεγα ότι οι ρίζες της αστυνομικής αφήγησης για μένα τοποθετούνται στον Πόε στον οποίο επιστρέφω συχνά. Πιάνοντας το νήμα από εκεί αρχίζει ένα ενδιαφέρον ταξίδι σε διάφορες σχολές και ρεύματα που διαμορφώνουν αυτά που σήμερα ονομάζουμε μεσογειακό, σκανδιναβικό, γαλλικό, αγγλικό αστυνομικό ή νουάρ και υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι εκπρόσωποι σε καθένα από αυτά τα ρεύματα, σε διάφορες εποχές. Ίσως θα αδικούσα κάποιους αν ανέφερα σκόρπια ονόματα. Ωστόσο, όταν πραγματικά θέλω να μελετήσω αστυνομική λογοτεχνία ανατρέχω στους μεγάλους υπαρξιστές. Δεν νομίζω ότι μπορώ να μην επιστρέψω στον Ντοστογιέφσκι, στον Καμί, στον Μπέρνχαρντ και προσφάτως στον Φάλλαντα. Κατά τ΄ άλλα παρακολουθώ το εκδοτικό ρεύμα της εποχής, τόσο το εγχώριο, όσο και αυτό του εξωτερικού και διαπιστώνω ότι συγκλίνουμε όλο και περισσότερο. Προφανώς τα κοινά ερεθίσματα των δημιουργών, τα αναγνώσματα, οι ταινίες κ.λπ. έχουν καταλυτική επίδραση και στην λογοτεχνική παραγωγή.

Στη συγγραφή υπάρχει λογοκρισία; Ο όρος λογοκρισία δεν έχει κάποια θέση στην τέχνη. Είναι κατά κάποιο τρόπο αντίθετες έννοιες. Δεν έχω βιώσει κάτι σχετικό κι ελπίζω να μη χρειαστεί να το βιώσω. Όσον αφορά την αυτολογοκρισία του δημιουργού, εκεί θέλει τόλμη και κόπο μέχρι να απελευθερωθεί και να μιλήσει για τα ζητήματα που γνησίως τον απασχολούν. Να φύγει δηλαδή από την κατασκευή και να περάσει στην ουσία των πραγμάτων, όπως την βιώνει ο ίδιος.

Παρ’ όλο που τα πνευματικά δικαιώματα έχουν σχεδόν ρόλο ανύπαρκτο στη χώρα, το βιβλίο συνεχίζει να έχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτό;
Μπορεί τα πνευματικά δικαιώματα στο χώρο των εκδόσεων να είναι σε καλύτερη μοίρα από άλλες μορφές τέχνης, αλλά ακούω διαρκώς ιστορίες συναδέλφων που δεν τους αποδίδονται τα πνευματικά δικαιώματα ή ακόμη περισσότερο που αναγκάζονται οι ίδιοι να καλύψουν τα έξοδα της έκδοσης των βιβλίων τους. Θεωρώ τη συνθήκη αυτή απογοητευτική τόσο για τους ίδιους τους δημιουργούς, όσο για το μέλλον και την ποιότητα της λογοτεχνικής παραγωγής μας. Νομίζω ότι στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία έχει δοθεί το άλλοθι για τέτοιες πρακτικές κι ελπίζω κάποια στιγμή να αντιληφθούν όλοι τον ρόλο τους. Το γεγονός ότι το βιβλίο αντιστέκεται στην ψηφιοποίηση και άρα στην παράνομη διακίνηση αντιτύπων ίσως να σώζει κάτι, αν μπορεί να περισωθεί.

Έχετε ξεκινήσει ήδη το τρίτο μέρος του πρωταγωνιστή σας;
Ναι, αυτόν τον καιρό γράφω το τρίτο μέρος της Τριλογίας της Αθήνας για το οποίο ωστόσο δεν μπορώ να αποκαλύψω πολλά περισσότερα.

Πηγή: https://tetragwno.gr/2017/09/27/sss1264/