Ένας φόνος σε τρίτο πρόσωπο

Η συνέλευση της πολυκατοικίας ξεκινούσε στις οκτώ το απόγευμα. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει το σαλόνι του για τον καβγά που επρόκειτο να επακολουθήσει. Έτσι, όλοι φόρεσαν τις ευγενικές μάσκες τους και κατέβηκαν στο ισόγειο, ακριβώς μπροστά από την είσοδο του ασανσέρ.

Είχε πλακώσει κρύο και ο λέβητας παρέμενε ανενεργός για δεύτερη συνεχή χρονιά, μιας και οι περισσότεροι ένοικοι είχαν δηλώσει αδυναμία πληρωμής του πετρελαίου. Ο διαχειριστής είπε ότι δεν πήγαινε άλλο, ότι ήταν ανάγκη να βρεθεί μια λύση και  ότι όλοι έπρεπε να στριμωχτούν προκειμένου να μπορέσουμε να ζεσταθούμε τουλάχιστον τις ημέρες των Χριστουγέννων. Προφανώς ο ίδιος ήταν σε θέση να πληρώσει και πιθανότατα ήθελε να κανονίσει κάποιο τραπέζι με συγγενείς και φίλους, οπότε δεν μπορούσε να ξεφτιλιστεί αφήνοντάς τους να τρίβουν τις παγωμένες παλάμες τους μπροστά στο γιορτινό τραπεζομάντηλο. Ήταν αυστηρός μαζί μας, όπως ένας πατέρας που μαλώνει τα παιδιά του.

Κανείς δεν μιλούσε, μόνο ακούγαμε τον μονόλογό του τον οποίο πρέπει να είχε προετοιμάσει αρκετές μέρες πριν. Πρέπει να είχε δουλέψει ακόμη και τις παύσεις, τον τόνο, τα ανεβοκατεβάσματα στην ένταση τις φωνής του και τις βαριές ανάσες που κάθε τόσο εκτόξευε στα πρόσωπα όσων δήλωναν αδυναμία. Ήμασταν έτοιμοι να λυγίσουμε όταν ξαφνικά πήρε τον λόγο ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ. Ο τύπος μίλησε σε τρίτο πρόσωπο και είπε:

“Ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ πιστεύει ότι εφόσον δεν έχουμε να πληρώσουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Ας βρει ο καθένας τρόπο να ζεσταθεί μόνος του. Ας ανάψει τον κλιματισμό.”

“Εσύ είσαι ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ”, σχολίασε ο διαχειριστής.

“Είμαι και δεν είμαι, αυτή είναι η άποψη του ιδιοκτήτη του ρετιρέ.”

“Θα μας τρελάνεις;” έσπευσε να τον διακόψει ο διαχειριστής κοιτώντας τον στα μάτια. Αυτός απέστρεψε το βλέμμα κάνοντας ένα βήμα πίσω.

“Επίσης, ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ θεωρεί αδιανόητο να συζητιέται σε αυτό το ύφος ένα τόσο ευαίσθητο θέμα και να είναι υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις για την δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει λόγω της οικονομικής κρίσης σε ανθρώπους με τους οποίους δεν έχει επιλέξει να μοιράζεται τα προσωπικά του”.

“Άσε μας, ρε φίλε”, έσπευσαν να πουν κάποιοι, “έχουμε που έχουμε την κατάντια μας, έχουμε κι εσένα να μας μιλάς σαν ξεπεσμένος αυτοκράτορας”.

Η αλήθεια είναι ότι η πολυκατοικία βρισκόταν σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της πόλης και αυτές οι συζητήσεις ήταν αδιανότητες μερικά χρόνια πριν. Παρόλο που αρκετοί δεν είχαν τα χρήματα, μετά τον λόγο του ιδιοκτήτη οι περισσότεροι ένιωθαν πως κάπως έπρεπε να βγούμε από αυτή την κατάντια, ακόμη κι αν χρειαζόταν να δανειστούμε.

“Ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ δεν επιθυμεί να ασχοληθεί περισσότερο μαζί σας και με το θέμα που κουβεντιάζετε. Ενημερώστε τον απλά για τις αποφάσεις σας.”

“Μη μας το παίζεις υπεράνω”, είπε κάποιος.

“Όλοι οι τρελοί έχουν μαζευτεί εδώ μέσα”, σχολίασε μια μικρούλα.

“Μπορώ κι εγώ να πουλήσω μαγκιά”, συμπλήρωσε ο διαχειριστής.

“Έτσι δεν θα βγει άκρη”, παρατήρησε το γηραιότερο μέλος της παρέας.

“Είναι υποχρέωσή μας να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα και να βάλουμε πετρέλαιο. Δεν θα πεθάνουμε όλοι γιατί μερικοί αδιαφορούν. Όποιος δεν συμμορφωθεί, θα κινηθούμε εναντίον του δικαστικά”, έσπευσε να απειλήσει ο διαχειριστής.

“Ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ ήταν σαφής. Κάντε ό,τι νομίζετε.”

Η στάση του άρχισε να εξαγριώνει και τους πιο ήρεμους. Ακόμη και αυτούς που συντάσσονταν με το επιχείρημά του ότι αφού δεν έχεις, δεν μπορείς να πληρώσεις. Όμως, το απόλυτο στον τόνο της φωνής του, το αδιαπραγμάτευτο στις φράσεις που ξεστόμιζε και κυρίως, αυτό το τρίτο πρόσωπο, τους έκανε να συνταχθούν με τους υπολοίπους.

Γρήγορα σχηματίστηκε ένας κύκλος γύρω του που απαιτούσε να τον κάνει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο.

“Τι είσαι; Κανένα φερέφωνο; Διχασμένη προσωπικότητα; Υπεράνω; Μίλα με τη φωνή σου. Πες εγώ, ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ, εγώ ο ξεπεσμένος, δεν έχω να πληρώσω, αυτό που λέμε όλοι μας. Αλλιώς δεν θα βγάλουμε συμπέρασμα.”

“Ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ έχει ήδη κλείσει τ’ αυτιά του στις θηριώδεις προκλήσεις που εκτοξεύετε εναντίον του και δεν θα πέσει στο επίπεδό σας”, είπε και άπλωσε τα χέρια του προκειμένου να ανοίξει μια δίοδο που θα του επέτρεπε να σπάσει τον κύκλο. Ο πιο θερμόαιμος αποφάσισε να του κατεβάσει τα χέρια και να του πει: “δεν έχεις να πας πουθενά. Το πρόβλημα είναι και δικό σου και θα μείνεις μέχρι να βρούμε λύση.”

“Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ενημερώσω τον ιδιοκτήτη του ρετιρέ για την απόφασή σας, αν ποτέ βγάλετε άκρη μεταξύ σας”, απάντησε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.

“Είσαι καθυστερημένος ανθρωπέ μου;” σχολίασε ο διαχειριστής. “Τι να ενημερώσεις και κουραφέξαλα; Θα μας τρελάνεις; Εδώ είσαι.”

“Όχι δεν είναι εδώ ο ιδιοκτήτης”, επέμεινε εκείνος.

Πάει, έχει τρελαθεί, σχολίαζαν μεταξύ τους οι πιο αμέτοχοι και ήταν οι ίδιοι που είπαν μετά από λίγο: “μην τον αφήσετε να φύγει, πρέπει να ψηφίσει” και ο κλοιός έσφιξε γύρω του.

“Δεν θα γίνει καμιά ψηφοφορία”, είπε ο διαχειριστής, “είναι υποχεωμένοι οι ένοικοι να κόψουν τον κώλο τους και να βρουν τα λεφτά, διαφορετικά υπάρχει και η νομική οδός. Ακούτε κύριε ιδιοκτήτη του ρετιρέ;”

Εκείνος έβαλε τα χέρια του στα αυτιά του και δεν τα έβγαζε με τίποτα.

“Τι είσαι; Καμιά γυναικούλα; Δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου σαν άντρας και κλείνεις τ’ αυτιά  σου;” είπε ο πιο μάγκας της παρέας και του κατέβασε τα χέρια.

Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει και αυτά τα αιφνίδια αγγίγματα έκαναν τον ιδιοκτήτη του ρετιρέ να τινάζεται κάθε τόσο. Χρειάστηκε να σπρώξει με δύναμη προκειμένου να απελευθερωθεί και να τρυπώσει στο ασανσέρ.

Οι υπόλοιποι μετά την αποχώρησή του ίσιωσαν τα πουκάμισά τους, έφτιαξαν τα μαλλιά τους κι έβαλαν ξανά τα χέρια στις τσέπες τους, φορώντας τις ευγενικές μάσκες τους. Ήταν όλοι πρόθυμοι να συνεχίσουν την κουβέντα από μηδενική βάση.

Την επομένη ήρθε το βυτιοφόρο με το πετρέλαιο. Ο ιδιοκτήτης του ρετιρέ πήδηξε από το μπαλκόνι είκοσι λεπτά αφότου έφυγε το βυτιοφόρο. Στο σημείο που προσγειώθηκε το σώμα του είχε στάξει λίγο πετρέλαιο που αναμείχθηκε με το αίμα που έτρεχε από το κεφάλι του. Ο θλιβερός λεκές θύμισε αναπόφευκτα σε όλους το σκηνικό της προηγουμένης.

Η αστυνομία μας ρώτησε έναν έναν αν είχαμε ακούσει κάτι περίεργο από το διαμέρισμά του, αν είχαμε δει κάποιον επισκέπτη και αν γενικά είχαμε να πούμε κάτι για το συμβάν. Όλοι δήλωσαν άγνοια και είπαν ότι είχε να δεχτεί επισκέψεις εδώ και μήνες. Κανείς δεν ανέφερε κάτι για τη συνέλευση της προηγούμενης μέρας.

Για την ιστορία, τα σώματα άναψαν τις μέρες των Χριστουγέννων και όλα έμοιαζαν όπως παλιά. Το ρετιρέ, αν και άδειο, ζεσταινόταν κανονικά τις μέρες των γιορτών.

* με αφορμή αυτή τη φωτογραφία στη Νικαράγουα το 1978, από εξεγερμένους ενάντια στη δικτατορία Σομόζα οι οποίοι φορούν παραδοσιακές μάσκες για να κρύψουν τα χαρακτηριστικά τους /  Φωτογράφος: Susan Meiselas, Magnum Photos

masks

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020