Αυτό το βέλος που θα καρφωθεί;

O Μπασίμ ζούσε στο χωριό αρκετά χρόνια κι έκανε δουλειές του ποδαριού. Πολλοί τον φώναζαν Μπεν γιατί δεν ήθελαν να τον λένε Μπασίμ και αυτός μετά από μερικά χρόνια γυρνούσε και στα δύο ονόματα.

Όταν πρωτοήρθε ήταν ρακένδυτος και πεινασμένος. Εγκαταστάθηκε στην πλατεία του χωριού και κοιμόταν σ’ ένα παγκάκι. Αστυνομία στο χωριό δεν υπήρχε κι έτσι οι κάτοικοι, κυρίως οι άντρες, μαζεύτηκαν στο καφενείο για να κουβεντιάσουν τι έπρεπε να κάνουν με τον ξένο. Σκέφτηκαν να φωνάξουν την αστυνομία να τον μαζέψει, μετά είπαν τουλάχιστον να τον ταΐσουν, μετά είπαν να τον κρατήσουν, μετά φοβήθηκαν να μην έρθουν κι άλλοι, μετά είπαν να μην κάνουν τίποτα και να δουν τι θα κάνει εκείνος, μετά σκέφτηκαν ότι είναι απάνθρωπο να μην του δώσουν ένα πιάτο φαγητό και τελικά αποφάσισαν να  του δώσουν λίγες πατάτες με κρέας και ένα μπουκάλι νερό. Αυτό ήταν. Ο Μπασίμ έμεινε για μερικές μέρες ακόμη στην πλατεία και μετά βρέθηκε δουλειά στα χωράφια και ένα δωμάτιο να μένει. Δεν έφυγε έκτοτε από το χωριό και οι κάτοικοι τον βάφτισαν Μπεν.

Δέκα χρόνια μετά, ένα απόγευμα ο Μπασίμ πήγε στο καφενείο με έναν συμπατριώτη του. Μισή ώρα αργότερα ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο γέρους που είχαν χρόνια κτηματικές διαφορές μεταξύ τους. Ο Μπασίμ είχε δουλέψει για τον έναν από τους δύο και μπήκε ανάμεσα να τους χωρίσει, ενώ οι υπόλοιποι απλά κοιτούσαν. Χρειάστηκε να παλέψει με όλη του τη δύναμη για να μη σκοτωθούν μεταξύ τους.

Φεύγοντας ο ένας από τους δύο, αυτός για τον οποίο είχε δουλέψει, του είπε: να φύγεις από ‘δώ βρωμιάρη, που σε μαζέψαμε. Μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε στο καφενείο με την καραμπίνα του γεμάτη. Την άδειασε στο στήθος του Μπασίμ, ενώ οι υπόλοιποι απλά κοιτούσαν.

Όταν ήρθε η αστυνομία, ένας νεαρός αστυνομικός ρώτησε πως τον έλεγαν.

Μπεν, είπαν οι περισσότεροι.

Μπασίμ, είπε ο συμπατριώτης του.

Μπασίμ; ρώτησε ο αστυνομικός.

Ναι, σημαίνει αυτός που χαμογελά, είπε ο συμπατριώτης του.

Μπασίμ τι; Πώς είναι το επίθετό του;

Δεν ξέρω, είπε ο συμπατριώτης του.

* Σε μια συγκυρία που ένα μαύρο βέλος χιλιάδων πνιγμών καρφώνεται στην καρδιά της Ευρώπης του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας, οι λαϊκίστικες φωνές των πολιτικών και των μέσων μαζικής ενημέρωσης που ούρλιαζαν μέχρι χτες κατά των «λαθρομεταναστών» πνίγονται σε κροκοδείλια δάκρυα πάνω στα πλάνα με τις πλαστικές σακούλες των πτωμάτων. Εντωμεταξύ, θεμελιώδη ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας παραμένουν αναπάντητα, καταχωνιασμένα στα συρτάρια των γραφειοκρατών που κατοικοεδρεύουν στα χρυσά κλουβιά των Βρυξελλών. arrow

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter