Η μισή γυναίκα

Μου είπε ότι πριν μερικά χρόνια τα είχε με μια κοπέλα που της άρεσε να κάθεται λοξά στο παράθυρο του φαστ φουντ, έτσι που να φαίνεται μόνο το προφίλ της, στραμμένη πάντα προς την ταμειακή μηχανή, φορώντας ένα κόκκινο καπέλο-κορδέλα από αυτά που αφήνουν ακάλυπτα τα μαλλιά κι έχουν μόνο ένα λεπτό γείσο. Το πουκάμισό της είχε μπλε ρίγες και το παντελόνι της ήταν κι αυτό σκούρο μπλε και το είχε δει μόνο μια φορά που σηκώθηκε για να πιάσει την έξτρα κέτσαπ που της ζήτησε. Το ταμπελάκι της έγραφε Λίλη.

Έφτανε στο παράθυρο κάθε μεσημέρι στις δύο ακριβώς, έσβηνε τη μηχανή και περίμενε να τον παροτρύνει να δώσει την παραγγελία του. Δεν γύριζε να τον κοιτάξει ποτέ. Το προφίλ της έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα κι έλεγε “παρακαλώ”. Αυτός ξεκινούσε να λέει αργά την παραγγελία της ημέρας, πλήρωνε και μετά έπαιρνε τη χάρτινη σακούλα, άναβε τη μηχανή για να πει σχεδόν ταυτόχρονα “τα λέμε πάλι αύριο”. Η μυρωδιά της τηγανητής πατάτας και των μπέργκερ  δεν έφευγε ποτέ από το αμάξι, ακόμη κι αν άφηνε τα παράθυρα ανοιχτά για ώρα.

Με την χάρτινη σακούλα εκεί που κανονικά θα βρίσκονταν τα πόδια κάποιου συνοδηγού, κατηφόριζε την εθνική κι έφτανε σπίτι του για να πέσει με τα μούτρα στο φαί. Σε τρεις μήνες είχε πάρει πέντε κιλά. Μετά από αυτό αποφάσισε να της μιλήσει.

Της είπε: “το προφίλ σου με συγκινεί, θέλω να βγούμε για ένα ποτό”. Εκείνη αρνήθηκε, αλλά του έδωσε το τηλέφωνό της μαζί με την απόδειξη. Έτσι, για τους επόμενους μήνες την έβλεπε τα μεσημέρια και τα βράδια την άκουγε στην άλλη άκρη της γραμμής για ώρες.

Μου είπε ότι αυτό ήταν μια κανονική σχέση. Σχολίασα ότι αυτό δεν είναι μια κανονική σχέση και συμβιβαστήκαμε με την κοινή παραδοχή ότι αυτό θα μπορούσε να είναι το ξεκίνημα μιας κανονικής σχέσης. Ωστόσο, μετά από λίγο που μιλούσε για τις λεπτομέρειες των συνδιαλέξεών τους επανέλαβε ότι αυτό ήταν μια κανονική σχέση, πολύ πιο ουσιαστική από πολλές άλλες σχέσεις που είχε κι εγώ δεν επέμεινα. Ο καθένας μπορεί να λέει ότι θέλει για τις σχέσεις του.

Σχολίασε βέβαια ότι θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό ήταν μια κανονική μισή σχέση, δεδομένου ότι δεν είχε δει ποτέ το πρόσωπό της ολόκληρο, ούτε την δεξιά πλευρά της γενικά. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν μια σχέση με την αριστερή πλευρά της γυναίκας.

Της ζήτησε πολλές φορές να βγουν κι εκείνη αρνήθηκε. Στο τέλος της είπε: “Δε γίνεται να συνεχιστεί άλλο αυτό.”

Κι εκείνη του απάντησε πως το καταλάβαινε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Της είπε ξανά: “Θα πρέπει να μου εξηγήσεις. Φταίω εγώ; Κάνω κάτι στραβά;”

Τον διαβεβαίωσε ότι δεν φταίει και τον παρακάλεσε να μην την ξανακαλέσει. Συμφώνησαν ότι θα μπορούσε να περνάει από το μαγαζί και να εξυπηρετείται όπως οι υπόλοιποι πελάτες, γιατί δεν ήθελε να κάνει κακό και στην επιχείρηση με τα προσωπικά της.

Εξακολούθησε να πηγαίνει κάθε μεσημέρι και να παραγγέλνει όπως το έκανε και πριν. Η επικοινωνία τους ήταν ακριβώς όπως στην αρχή, ουδέτερη, δίχως κανένα νεύμα, κανέναν υπαινιγμό που να υποδηλώνει ότι αυτοί οι δυο είχαν ποτέ μοιραστεί κάτι παραπάνω από τις λίγες λέξεις μιας παραγγελίας.

Όταν πλέον η ζυγαριά έδειξε δέκα παραπανίσια κιλά, αποφάσισε πως θα έπρεπε να δώσει ένα τέλος σε αυτή την ιστορία. Θεώρησε πως ο μόνος τρόπος ήταν να την περιμένει το απόγευμα, την ώρα που θα σχόλαγε για να την αρπάξει από το μπράτσο και να της πει: “ή τώρα ή ποτέ”. Ήξερε πως το πιθανότερο ήταν να συμβεί το δεύτερο, αλλά ήθελε να το ακούσει από την ίδια και μετά να πάψει τις στάσεις στο καταραμένο φαστφουντάδικο της εθνικής.

“Είναι πολύ δυσάρεστο που χρειάστηκε να πάρεις δέκα κιλά για να το πάρεις απόφαση να την αρπάξεις”, σχολίασα.

“Όχι δεν είναι καθόλου δυσάρεστο. Ξέρεις πόσοι δεν έχουν μάθει να ακούνε το σώμα τους;” είπε.

“Οπότε έμαθες τι ήταν αυτό που την κρατούσε μακριά σου;”

“Δεν ήταν κάτι που την κρατούσε μακριά μου. Δεν ήταν κάτι που έκανα ή δεν έκανα εγώ. Ήταν το πως ήταν η ίδια.”

“Πώς ήταν; Μοναχική; Τα είχε με κάποιον άλλον;”

“Όχι, όχι δεν ήταν κάτι τέτοιο.”

Πρόσεξα ότι είχε κατεβάσει το κεφάλι και έμοιαζε να μην θέλει να πει περισσότερα. Του είπα ότι δεν χρειαζόταν να μου πει κάτι επιπλέον. Άλλωστε, ήταν μια ιστορία τελειωμένη, μια ιστορία από το παρελθόν, από αυτές που τις διηγείται κανείς για να περάσει η ώρα ή για να υποστηρίξει κάποιο αβάσιμο συμπεράσμα για τη φύση των γυναικών και την ακατανόητη συμπεριφορά τους.

“Το πρόβλημα ήταν αλλού”, έσπευσε να με διακόψει, “η γυναίκα ήταν μισή.”

“Τι εννοείς μισή;” είπα χαμηλόφωνα για να μην μας ακούν οι γύρω μας.

“Μισή, μισένια… Πώς το λένε. Της έλειπε όλο το αριστερό τμήμα του προσώπου της και το αριστερό χέρι, μπορεί και το αριστερό πόδι, δεν μπόρεσα να δω, μιας και όταν βγήκε από το μαγαζί είχε σκοτεινιάσει αρκετά.”

“Τι εννοείς της έλειπε το αριστερό τμήμα του προσώπου της;”

“Δεν υπήρχε κάτι να δεις. Μόνο μια σκιά, τίποτα, ένα πράγμα χωρίς χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά έλαμπε και από την άλλη όλα ήταν μαύρα, κενά.”

“Πώς γίνεται αυτό;” αναρωτήθηκα.

“Γίνεται”, είπε νόημα, “όταν ήταν μικρή, πριν να πάει σχολείο ακόμη, οι γονείς της την καθήλωναν σε ένα παιδικό κάθισμα, σε ένα μικρό δωμάτιο διπλά στο παράθυρο. Η μια πλευρά της ήταν πάντα στον ήλιο και η άλλη πάντα στη σκιά. Έτσι έγινε αυτό το πράγμα και της έμεινε μέχρι που μεγάλωσε. Η μια πλευρά στον ήλιο, η άλλη στη σκιά. Για φαντάσου…”

“Αυτό είναι τρομερό”, σχολίασα, “με μια κάποια δυσπιστία.”

“Είναι για ‘κείνη, όχι για μένα”, είπε με νόημα ο φίλος μου.

“Ναι”, είπα για να κλείσω την κουβέντα, χωρίς να είμαι σίγουρος για τίποτα. Από τότε τον φώναζα ο μισογύνης, όχι βεβαίως γιατί δεν αγαπούσε τις γυναίκες, αλλά γιατί αγάπησε την μισή Λίλη.

  • Πορτρέτο γυναίκας Egon Schiele 1907/8 Metropolitan Museum of Art

shiele

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020