Το κυνήγι στο πουθενά για το τίποτα

Το απόγευμα που βομβαρδίστηκε το χωριό τους και σκοτώθηκε ο πατέρας της και η μητέρα της βιάστηκε από δύο στρατιώτες που βρωμούσαν σαν αγριογούρουνα που τα είχαν σφάξει δέκα μέρες νωρίτερα και τα είχαν αφήσει να σαπίζουν κάτω από τον ήλιο, η Χεμού ήπιε την τελευταία πορτοκαλάδα που υπήρχε στο ντουλάπι και μάζεψε τα πράγματά της σε μια μπλε νάιλον σακούλα που θεωρούσε ότι ήταν γερή και το έβαλε στα πόδια χωρίς να την πάρει κανείς είδηση, ούτε η μητέρα της που δε μπορούσε να σύρει τα πόδια της μετά το βιασμό που την άφησε με ένα ορθάνοιχτο τραύμα ανάμεσα στα πόδια, ένα τραύμα που θα την εμπόδιζε να πάει με άντρα τους επόμενους έξι μήνες και όταν θα πήγαινε δε θα το έκανε ποτέ ξανά με όρεξη, όχι τουλάχιστον με την ίδια όρεξη που το έκανε με τον πατέρα της Χεμού πριν να τον εκτελέσουν στην αυλή του σπιτιού τους οι αυτοαποκαλούμενοι αντάρτες που όλοι όμως στο χωριό τους φώναζαν γουρούνια γιατί γουργούριζαν από χαρά όταν κυλιόντουσαν μέσα στα σκατά που οι ίδιοι έφτιαχναν, σφάζοντας αδιακρίτως κόσμο στα χωριά που ήταν σπαρμένα στα βουνά.

Μέσα στη σακούλα βόλεψε δυο τρία ρούχα, μια κουβέρτα που αποδείχτηκε πολύ βαριά για να την κουβαλάει στις ανηφόρες και την πέταξε ένα χιλιόμετρο μακριά από το κατεστραμμένο σπίτι τους, μια φραντζόλα ψωμί που είχε ξεμείνει στην κουζίνα και είχε μια δαγκωνιά από το στόμα του μικρού αδερφού της στη μια γωνιά της, αλλά δεν την πείραξε, ένα βάζο με μαύρες ελιές, τις παντόφλες της και τις οικονομίες της οικογένειας που ήξερε πολύ καλά που τις έκρυβε ο πατέρας της μιας και τον είχε δει πολλές φορές να σκαρφαλώνει στο πατάρι, να τραβάει δυο κούτες με άχρηστα πράγματα και να βγάζει ένα μικρό νάιλον σακουλάκι που όσο περνούσε ο καιρός φούσκωνε όλο και πιο πολύ και που κανείς δεν ήξερε που τα έβρισκε τα λεφτά, αλλά και κανείς δε νοιαζόταν να ρωτήσει, αφού δεν τα ξόδευε και ότι έμπαινε στο πατάρι, δεν έβγαινε ποτέ μιας και δεν υπήρχε πια αγορά στο χωριό.

Μετά τον βομβαρδισμό το ντουλάπι έχασκε ανοιχτό σα να περίμενε κάποιον να σκαρφαλώσει και να το αδειάσει με τις κούτες να κρέμονται στην άκρη του, έτοιμες να πέσουν σε κανένα κεφάλι και να αποτελειώσουν όποιον είχε γλιτώσει από το βομβαρδισμό, γιατί δεν ήταν λίγα και τα θύματα που πέθαιναν λίγο πιο μετά, μέσα στα ερειπωμένα κτίρια που κατέρρεαν όσο περνούσε η ώρα και οι ιδιοκτήτες τους πάλευαν να βγάλουν από μέσα τους ό,τι πολύτιμο είχε απομείνει μισοπλακωμένο κάτω από τα μπάζα και τα διαλυμένα έπιπλα, σε μια από αυτές τις εικόνες που τις είχε δει η Χεμού ένα σωρό φορές στα γειτονικά χωριά όταν τα παιδιά έτρεχαν να δουν τι είχε συμβεί αμέσως μόλις έφευγαν οι αντάρτες, καβαλώντας τα ποδήλατά τους, φορτώνοντας τα τιμόνια με άδειες πλαστικές τσάντες που θα τις γέμιζαν μετά το πλιάτσικο στα σπίτια όπου είχαν σκοτωθεί όλοι, γιατί γνώριζαν ότι τα παιδιά δεν τα πείραζε κανείς αν τα έβρισκε μέσα σε ξένα χαλάσματα, σε αντίθεση με τους ενήλικες που οι χωριανοί τους εκτελούσαν με μια σφαίρα στον κρόταφο για παραδειγματισμό και για να μην πηγαίνουν οι ξένες περιουσίες σε λάθος χέρια.

Σε λίγο το χωριό θα γέμιζε από τα παιδιά των γειτονικών χωριών που θα κατέφθαναν για πλιάτσικο στο δικό της χωριό, είχε έρθει η σειρά τους, όλοι το γνώριζαν ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν η σειρά τους, αλλά δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα κι έτσι απλά περίμεναν να έρθει αυτή η σειρά και μέχρι τότε πήγαιναν εκείνοι στα γειτονικά χωριά κι έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν για να επιβιώσουν, μιας και τα τρόφιμα δεν έφταναν πια στα μέρη τους αφού είχε καταστραφεί ο κεντρικός δρόμος που ένωνε το βουνό με τον υπόλοιπο κόσμο και η παραγωγή τους δεν αρκούσε για να θρέψει όλα τα παιδιά του χωριού όπως άλλοτε, πριν να ξεσπάσει αυτός ο φοβερός εμφύλιος που δεν ήταν μόνο εμφύλιος όπως έλεγε ο πατέρας της, ήταν λάθος να τον λένε εμφύλιο γιατί στον πόλεμο είχαν μπλέξει ένα σωρό ξένοι που έδιναν όπλα και μαχαίρια στους στρατιώτες όλων των πλευρών, ακόμη και τους αντάρτες, παρόλο που όλοι γνώριζαν ότι έκαναν τον κόσμο άνω κάτω με τις αγριότητές τους, αλλά δεν τους πείραζε γιατί και οι αντάρτες ήταν καλοί πελάτες και μπορούσαν μια χαρά να υπηρετήσουν τα συμφέροντα κάποιων που η Χεμού φυσικά δεν τους γνώριζε και ούτε επρόκειτο να τους συναντήσει ποτέ, γιατί αυτοί ζούσαν μακριά από το χωριό τους κι εκείνη γνώριζε μόνο τους ανθρώπους του χωριού της και των γειτονικών χωριών, πολλοί από τους οποίους είχαν ήδη σκοτωθεί.

Περίμενε βέβαια, ότι όλο αυτό θα άλλαζε, πολύ σύντομα θα γνώριζε κι άλλους ανθρώπους, αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος της όταν εγκατέλειψε το χωριό, ακολουθώντας ένα μονοπάτι που δεν είχε ξαναπάρει ποτέ και που δεν ήξερε που θα την οδηγήσει, αλλά δεν την ένοιαζε και τόσο μιας και γνώριζε ότι τα χωριά που βομβαρδίζονταν όπως βομβαρδίστηκε το δικό της χωριό, δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και ότι εκεί η ζωή θα συρρικνωνόταν και θα εξαφανιζόταν σε λίγο καιρό, όπως συμβαίνει στα σώματα των γέρων που δε λένε να πεθάνουνε και που όλο μαζεύουν και σουφρώνουν σαν τσαλακωμένα χαρτιά, μέχρι να τους βαρεθούν τα κρεβάτια, τα σεντόνια και ο ήλιος ακόμη και που τελικά θα πεθάνουν και θα τους βγει η ψυχή με το ζόρι, έτσι επρόκειτο να γίνει και με το δικό της χωριό που τώρα έμοιαζε μ’ έναν κατεστραμμένο γέρο που τον είχαν ξεντεριάσει κι αυτός πάλευε να κρατηθεί στη ζωή σαν βλάκας, γιατί μόνο οι βλάκες παλεύουν να κρατηθούν σε μια τέτοια ζωή.

Η μάνα της είχε ένα δαχτυλίδι με δηλητήριο που το φορούσε πάντα στο δεξί της χέρι, με μια πράσινη πέτρα πάνω που άνοιγε και που έλεγε ότι θα το έπινε αν έμπαιναν οι αντάρτες στο χωριό για να πεθάνει πριν να τη σκοτώσουν και πριν να δει τα παιδιά και τον άντρα της να τους κρεμάνε στα δέντρα ή να τους πυροβολούν στο κεφάλι, αλλά που τελικά δεν το ήπιε και προτίμησε να δει όλα αυτά που ορκιζόταν ότι δεν ήθελε να δει και που έκατσε να τη βιάσουν και από πάνω, γιατί δεν είχε το θάρρος να καταπιεί το δηλητήριο με λίγο νερό που το είχε πάντα κοντά της, ένα πλαστικό μπουκάλι με νερό, ακόμη κι όταν κοιμόταν, δίπλα στο μαξιλάρι της και που η Χεμού την πίστευε ότι θα το έκανε, γιατί έλεγε συνεχώς ότι θα το κάνει και περίμενε να την δει να το πίνει βιαστικά, λίγο πριν να σπάσουν την πόρτα οι αντάρτες για να βρεθούν μπροστά της, αλλά αντί γι’ αυτό έκατσε κι έκανε ότι της έλεγαν χωρίς να βγάζει άχνα, κάνοντας νοήματα στη Χεμού να κρυφτεί, λες και η Χεμού δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

Φυσικά και ήξερε τι έπρεπε να κάνει, τα είχε σκεφτεί όλα παρόλο που δεν τα είχε συζητήσει με κανέναν, ήξερε μετά το πρώτο μπαμ που θα κρυβόταν και πόση ώρα θα έμενε εκεί, ακόμη κι αν έπιανε φωτιά το σπίτι, ακόμη κι αν έπρεπε να μασήσει στάχτη και να καταπιεί χώμα, ήξερε ακριβώς την τρύπα όπου θα χωνόταν, την είχε σκάψει η ίδια χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, στον κήπο, στο βάθος, κολλητά στη μάντρα, ανάμεσα σε κάτι θάμνους που όποιος τους πλησίαζε θα έσκιζε τα πόδια του, για να μην ξέρει κανείς ούτε η μάνα της, ούτε ο πατέρας της και κυρίως ο αδερφός της που ήταν δειλός και που στα πρώτα βασανιστήρια θα έδειχνε στον εχθρό το δρόμο για την τρύπα της και που τελικά δεν την έδειξε, κι έτσι η Χεμού έζησε χωρίς να μάθει κανείς ποτέ για το καταφύγιο που την έσωσε.

Δεκαπέντε ώρες έμεινε στην τρύπα, μέχρι που νύχτωσε και από εκεί είδε τα περισσότερα και άκουσε τα πάντα, και πιο πολύ άκουσε τα ουρλιαχτά της μάνας της όταν κοπάνησαν μ’ ένα βαρύ σφυρί τον μούλο του προδότη, έτσι είπαν τον αδερφό της, μούλο του προδότη τον φώναξαν πριν να του ανοίξουν το κεφάλι μ’ ένα σφυρί που βρήκαν εκεί που πριν ήταν η αποθήκη με τα εργαλεία του πατέρα της ο οποίος δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι αυτό το εργαλείο θα μπορούσε να σκοτώσει τον μονάκριβο γιο του με τέσσερα μόλις χτυπήματα, ειδάλλως θα είχε φροντίσει να το ξεφορτωθεί πολύ πριν να μπουν οι αντάρτες στο σπίτι τους, αλλά γνώριζε ότι είχαν ένα σωρό άλλα μέσα να τους σκοτώσουν και ποτέ δε φανταζόταν ότι θα επέλεγαν αυτό το σφυρί που το είχε ίσα ίσια για να καρφώνει καμιά πρόκα στον τοίχο ή σε τίποτα παλιά ξύλα και για να στερεώνει τα πόδια του τραπεζιού της κουζίνας που κάθε τόσο ξεχαρβαλώνονταν.

Το σφυρί πετάχτηκε στο πάτωμα, δίπλα στο άψυχο σώμα του δεκάχρονου αδερφού της που δεν πρόφτασε να κάνει πολλά πράγματα αφότου δέχτηκε το δυνατό χτύπημα, μόνο έφερε το δεξί του χέρι στο πρόσωπό του και μετά το τράβηξε και αυτό, λίγο πριν να πέσει αναίσθητος, περιμένοντας να φάει και τα υπόλοιπα χτυπήματα που θα τον ξέκαναν, μερικά μέτρα πιο μακριά από τον ήδη πεθαμένο πατέρα του και δίπλα στη μητέρα του που ούρλιαζε σα να την έσφαζαν και που παρακαλούσε να την είχαν εκτελέσει στην αυλή μαζί με τον άντρα της πριν να συμβεί όλο αυτό και που η Χεμού δεν καταλάβαινε γιατί δεν είχε πιει το δηλητήριο όπως πολύ σωστά έλεγε ότι θα έκανε στην περίπτωση που θα συνέβαινε αυτό που μόλις είχε συμβεί, γιατί δεν τήρησε την υπόσχεσή της και την άφησε να πέσει στο κενό δίπλα στα πτώματα του άντρα και του γιου της, γιατί επέμεινε στην επιπόλαιη απόφασή της να ζήσει και κρατήθηκε στη ζωή σαν βλαμμένη, γιατί μόνο οι βλάκες παλεύουν να κρατηθούν σε μια τέτοια ζωή.

Η Χεμού όμως, το ήξερε πως δεν ήταν καμιά ηλίθια και θα τη γλίτωνε σε κάθε περίπτωση, εκτός κι αν έσκαγε η βόμβα την ώρα που κοιμόταν ακριβώς πάνω στο κεφάλι της, αλλά θα πρέπει να ήταν πολύ άτυχη για να συμβεί κάτι τέτοιο και αν ήταν τόσο άτυχη, δε θα είχε καμία τύχη ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν συνέχιζε να ζει γιατί και το να συνεχίσεις να ζεις θέλει και λίγη τύχη με τόσες βόμβες και τόσες αρρώστιες γύρω γύρω και όσοι αγνοούν τον παράγοντα τύχη και νομίζουν ότι όλα περνάνε από το χέρι τους, αυτοί κι αν είναι ηλίθιοι και δεν πρέπει να ζουν, όμως η Χεμού δεν ήταν καμιά ηλίθια και το γνώριζε ότι με λίγη τύχη και την γρήγορη τρεχάλα προς την τρύπα της θα κατάφερνε να τη γλιτώσει για να μπει αργότερα στο σπίτι και να πάρει ακριβώς αυτά τα πράγματα που πήρε και τα λεφτά από το πατάρι, πατώντας ανάμεσα στα πτώματα των αρσενικών της οικογένειας και προσπερνώντας τη μάνα της που θα φώναζε, αλλά δε θα μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα για να τη σταματήσει και που θα της έλεγε να σκάσει και ότι θα έφευγε για να πάει σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη χώρα μακριά από τους αντάρτες και όλα τα γουρούνια που τους αρέσει να κυλιούνται στα σκατά που φτιάχνουν τα ίδια, γιατί δεν καταλαβαίνουν πως μπορεί να υπάρξει και μια ζωή χωρίς να κυλιέσαι στα σκατά, ή μήπως όχι, μήπως δεν μπορεί να υπάρξει τέτοια ζωή, γι’ αυτό δεν ήταν σίγουρη, αλλά θυμόταν πως πριν τον πόλεμο η ζωή δεν ήταν τόσο σκατά, οπότε υπέθετε ότι αν πήγαινε κάπου που δε θα πολεμούσαν, τότε μπορεί να ζούσε μια ζωή λίγο πιο μακριά από τα σκατά, όπως κάποιος που είναι σε ένα διαμέρισμα, δε θα πάει να μείνει στην τουαλέτα, δε θα τρυπώσει στην αποχέτευση, υπάρχει το υπνοδωμάτιο, η κουζίνα, το σαλόνι για να περνά την ώρα του, δε χρειάζεται να ζει μέσα στα σκατά.

Αυτά σκεφτόταν όσο κατηφόριζε από το μονοπάτι μέσα στο δάσος, σέρνοντας τη νάιλον σακούλα που δεν κατάφερνε να την κουβαλήσει όπως πίστευε ότι θα την κουβαλούσε σε μια τέτοια περίπτωση, γιατί άλλο είναι τα σχέδια κι άλλο η υλοποίησή τους, άλλο η θεωρία κι άλλο η πράξη και το είχε δει μόλις με το δηλητήριο της μάνας της που δεν κατέληξε ποτέ στο στομάχι της, όπως επέβαλαν όλες οι θεωρίες με τις οποίες τους είχε ζαλίσει τα μυαλά όλον αυτόν τον καιρό, παρόλο που ο πατέρας της Χεμού της έλεγε ότι την είχε για δειλή και ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να πιει το δηλητήριο, ακόμη κι αν ο κόσμος διαλυόταν τελείως και αυτή έμενε τελευταία πάνω στον πλανήτη, χωρίς τροφή και στέγη, με όλα τα άγρια ζώα να την κυνηγούν για να την καταβροχθίσουν και που τώρα η Χεμού το έβλεπε πως αυτός ο άντρας την είχε καταλάβει καλύτερα από την ίδια που δεν επρόκειτο να ξαναπιστέψει οποιονδήποτε, κανέναν, τίποτα, με κανέναν τρόπο, το είχε πάρει το μάθημά της, οι άνθρωποι δεν είναι κάτι που πρέπει να εμπιστεύεσαι, ακόμη κι αν πρόκειται για τη μάνα σου, τον πατέρα σου ή τον αδερφό σου και φυσικά, τους αντάρτες που ύπουλα είχαν τρυπώσει στο χωριό της, αφότου το βομβάρδισαν, ενώ δεν είχαν κανένα λόγο να το βομβαρδίσουν, με το πρόσχημα ότι ζούσαν σε αυτά τα σπίτια κάποιοι αντίπαλοί τους που κρύβονταν.

Το μόνο που ήθελαν ήταν να πάρουν τα χρήματα, τα φαγητά και τις γυναίκες των χωριατών που δεν τους είχαν φταίξει σε τίποτα και που δεν είχαν σηκώσει ούτε πέτρα εναντίον τους τα τρία χρόνια που κρατούσε ο εμφύλιος, που δεν ήταν απλώς ένας εμφύλιος, αλλά ήταν μια μοιρασιά που δεν έβγαινε, ένα πρόβατο που το είχαν σφάξει εδώ και μέρες και δε μπορούσαν να το μοιράσουν και που θα σάπιζε σε λίγες ώρες, χωρίς να καταφέρουν να το μοιράσουν και που θα έμεναν όλοι νηστικοί εξαιτίας αυτής της βλακείας που τους έδερνε, διαλύοντας αυτά που έπρεπε να κρατήσουν αν ήθελαν πράγματι να ζήσουν μια ζωή έξω από τα σκατά, αλλά ήταν προφανές ότι δεν το ήθελαν, προτιμούσαν να κυλιούνται μέσα στην αθλιότητα και η Χεμού το είχε καταλάβει πολύ καλά αυτό όταν φόρτωσε τη σακούλα της στον ώμο και διέσχισε όλο το δάσος για να βγει σε ένα ποτάμι όπου έβρεξε τα πόδια της κι έπλυνε το πρόσωπό της και κάθισε στην κοίτη του και λιάστηκε για μισή ώρα πριν να συνεχίσει προς άγνωστη κατεύθυνση, ακολουθώντας την όχθη του ποταμού που ήταν σίγουρη ότι θα την οδηγούσε σε κάποιο μεγάλο χωριό ή μια πόλη όπου θα μπορούσε εύκολα να χαθεί μέσα στον κόσμο.

Εκεί, περπατώντας στο πλάι του ποταμού, με τη μπλε νάιλον σακούλα της στον ώμο την πέτυχε μια ομάδα ανταρτών, η καρδιά της χτύπησε δυνατά όταν τους αντιλήφθηκε και το ένιωσε ότι δεν είχε καμία σημασία να το βάλει στα πόδια ή να βουτήξει στο ποτάμι, γιατί όπως και να είχε θα την έπιαναν και θα της έκαναν όλα όσα είχαν κάνει νωρίτερα στη μάνα της, στον αδερφό της και στον πατέρα της ή και όλα αυτά μαζί στη σειρά γιατί αυτή είχε προσπαθήσει να τους ξεφύγει ξεγελώντας τους, ενώ οι άλλοι παραδόθηκαν χωρίς καμιά αντίσταση και παρόλα αυτά τιμωρήθηκαν και η καρδιά της εξακολούθησε να χτυπάει δυνατά καθώς την πλησίαζαν, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα, όλο το σώμα της πάγωσε μεμιάς σα να σταμάτησε το αίμα να κυλάει μέσα της και θα ήθελε να είχε το δαχτυλίδι με το δηλητήριο, αλλά δεν είχε τίποτα, μόνο την άχρηστη μπλε νάιλον σακούλα την οποία πέταξε στο ποτάμι και την είδε να ταξιδεύει με το ρεύμα, όπως δε θα μπορούσε να ταξιδέψει ποτέ η ίδια γιατί τώρα έτρωγε το πρώτο χτύπημα και μετά το δεύτερο και μετά το τρίτο.

Ύστερα από δέκα χτυπήματα κοίταξε τα πρόσωπα των γουρουνιών που τη χτυπούσαν και συνειδητοποίησε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία εικόνα και η τελευταία μυρωδιά που θα είχε από τον κόσμο. Τι ατυχία.

Δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή της, γιατί το γνώριζε ήδη πως μόνο οι βλάκες παλεύουν να κρατηθούν σε μια τέτοια ζωή.

© Eftychia Giannaki 2016.

 

France, Nizza, International Museum of Naif Art Anatole Jakovsky. Whole artwork view. Snowy winter landscape, with bare trees surrounding a small wooden house. In front of it four men, armed with rifles, and three dogs are intent on hunting wild boar and deer.
France, Nizza, International Museum of Naif Art Anatole Jakovsky. Whole artwork view. Snowy winter landscape, with bare trees surrounding a small wooden house. In front of it four men, armed with rifles, and three dogs are intent on hunting wild boar and deer.

 

 

 

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020