Χαμόγελο Polaroid

Μου φαίνεται ότι τα ‘χω παίξει. Το σύστημα δηλαδή έχει βαρέσει μπιέλα. Δεν ξέρω αν είναι όλο το σύστημα ή μόνο το κεφάλι ή μόνο το πρόσωπο, πάντως κάτι δεν πάει καλά. Δεν πάει πολύς καιρός που συμβαίνει αυτό, αλλά κανονικά θα έπρεπε να έχει σταματήσει. Θέλω τόσο πολύ να ταξιδέψω, θέλω να γυρίσω τον κόσμο, αλλά το σύστημα τα ‘χει πάξει.

Όλα ξεκίνησαν πηγαίνοντας σ’ εκείνο το καταραμένο φωτογραφείο. Το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω μια φωτογραφία διαβατηρίου. Σε αυτές τις φωτογραφίες πρέπει να είσαι κάπως: τα μαλλιά δεν πρέπει να πέφτουν στο μέτωπο, τα αυτιά δεν πρέπει να κρύβονται κάτω από τα μαλλιά, ο φακός πρέπει να είναι τοποθετημένος στο ύψος των ματιών σου, τα μάτια σου δεν πρέπει να είναι γουρλωμένα, αλλά ούτε και μισόκλειστα, δεν πρέπει να γέρνεις το κεφάλι στο πλάι, δεν πρέπει να κρύβεις το πηγούνι, δεν πρέπει να έχεις σκιές κάτω από τα μάτια, δεν πρέπει να φοράς μακιγιάζ. Γενικά πρέπει να κάθεσαι σα να έχεις καταπιεί μπαστούνι και αναρωτιέμαι τι τις θέλουν αυτές τις φωτογραφίες, αφού δεν είσαι εσύ και στην καθημερινότητά σου είσαι τελείως διαφορετικός. Γιατί θέλουν ντε και καλά να σε κάνουν να δείχνεις σα να είσαι κάποιος άλλος, αφού το ζητούμενο είναι να αναγνωρίζουν εσένα.

Τέλος πάντων. Όλα θα πήγαιναν μια χαρά αν οι απαιτήσεις τις φωτογράφισης σταματούσαν εκεί. Υπάρχει όμως, ένας ακόμη περιορισμός, πιο ύπουλος απ’ όλους. Δεν πρέπει να εκφράζεις ίχνος συναισθήματος. Δεν πρέπει να δείχνεις θλιμμένος, αλλά ούτε και χαρούμενος. Δεν πρέπει να είσαι ούτε συνοφρυωμένος, ούτε χαμογελαστός. Δεν επιτρέπεται καν να έχεις ένα ελαφρό μειδίαμα. Το βάσανό μου λοιπόν, ξεκίνησε εκεί, μπροστά στη νεαρή φωτογράφο που απαίτησε να αφαιρέσω από το πρόσωπό μου το ελαφρό μειδίαμα, το ανεπαίσθητο χαμογελάκι που σχηματίζουν τα χείλια μου από μόνα τους, όπως διαπίστωσα στη συνέχεια. Γιατί χρειάστηκε να τραβήξουμε καμιά εικοσαριά φωτογραφίες για να διαπιστώσω ότι η φωτογράφος είχε δίκιο. Όντως, φαινόταν σα να χαμογελάω, ενώ δεν χαμογελούσα. Το στόμα μου, τα χείλια μου έπαιρναν αυτό το σχήμα σε κατάσταση απόλυτης ηρεμίας. Δηλαδή, δεν ήμουν χαρούμενος. Γιατί να είμαι χαρούμενος άλλωστε, όταν έπρεπε να ταλαιπωρηθώ τόσο για να βγάλω ένα διαβατήριο. Κι όμως χαμογελούσα.

Τελικά, η κοπέλα μου έδωσε μια τετράδα που έμοιαζε να είναι κάπως πιο καλή από τις υπόλοιπες. Είχα σφιχτεί πολύ για να το καταφέρω. Από την υπερβολική προσπάθεια σε όλες τις υπόλοιπες έδειχνα κατσούφης, συνοφρυωμένος και άσχημος. Μάλιστα όταν έφτασα να πληρώσω ένιωσα τα μάγουλά μου να σφίγγονται από την προσπάθεια που προηγήθηκε. Το μόνο που ήλπιζα ήταν οι φωτογραφίες να περάσουν από τον έλεγχο. Η ελπίδα μου εξανεμίστηκε όταν βρέθηκα μπροστά στον αστυνομικό που έκρινε ποιες φωτογραφίες του έκαναν και ποιες όχι. Απαίτησε να τραβήξω νέες πόζες στις οποίες δε θα χαμογελούσα και να ξαναπεράσω.

Πήγα σε άλλο φωτογραφείο γιατί ντράπηκα να κάνω ξανά τα ίδια στην κοπέλα. Τίποτα. Οι νέες φωτογραφίες κόπηκαν κι αυτές στον έλεγχο. Το ίδιο συνέβη με τις επόμενες και τις μεθεπόμενες και ούτω καθεξής. Έχω γυρίσει τα μισά φωτογραφεία της πόλης. Το πρωί κάνω πρόβες στον καθρέφτη. Αγόρασα και μια polaroid που βγάζει στιγμιαίες φωτογραφίες για να βλέπω πως βγαίνω και να προσπαθώ να βελτιωθώ. Θέλω να ξεφορτωθώ αυτό το χαμόγελο από το πρόσωπό μου. Δηλαδή, δεν θέλω, αλλά πρέπει να το ξεφορτωθώ αν θέλω κάποτε να ταξιδέψω όπως όλοι οι άλλοι. Διαφορετικά είμαι καταδικασμένος να πηγαίνω μέχρι εκεί που φτάνει κανείς χωρίς διαβατήριο, ενώ εγώ θέλω να γυρίσω τον κόσμο.

Όμως, το σύστημα έχει βαρέσει μπιέλα και δεν ακούει κι έτσι όπως το πάω θα μείνω εδώ για πάντα, με το χαμόγελο polaroid στα χέρια, με ένα στόμα που γελάει μόνο του λες και όλα πάνε μια χαρά.

«Δεν αντέχω άλλο. Πώς γίνεται να ξεφορτωθώ αυτό το χαμόγελο;» ρωτάω τον καλύτερό μου φίλο με τις polaroid στο χέρι.

«Αυτές τις μηχανές τις είχαμε παιδιά», σχολιάζει. «Ακόμη με αυτές ασχολείσαι;»

«Τι να κάνω;» επιμένω, «Θέλω να ξεφορτωθώ το χαμόγελο. Κάνω πρόβες.»

«Ξέρω έναν εύκολο τρόπο», λέει με αυτοπεποίθηση.

«Α, ναι;» αναρωτιέμαι δύσπιστα. Πριν να ολοκληρώσω τη φράση μου μια μπουνιά έχει προσγειωθεί στο πρόσωπό μου. Συνειδητοποιώ ότι πρέπει να έσπασε η μύτη μου, καθώς καταπίνω αίμα.

«Πήγαινέ με γρήγορα στο φωτογραφείο», του λέω.

Βρίσκομαι μπροστά στην πρώτη κοπέλα σκουπίζοντας τα αίματα και απαιτώ να με φωτογραφίσει εκείνη τη στιγμή. Καταλαβαίνει κι αυτή ότι το σύστημα έχει βαρέσει μπιέλα, οπότε δεν μου αρνείται. Όταν εκτυπώνονται οι φωτογραφίες διαπιστώνω ότι έχω μια μύτη τούμπανο, αλλά το χαμόγελο εξακολουθεί. Απελπίζομαι.

Μετά το νοσοκομείο επιστρέφω στο σπίτι. Ο φίλος μου εξαφανίζεται. Μένω μόνος. Συνειδητοποιώ ότι κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα αλλάξεις ακόμη κι αν σπάσεις τη μύτη σου. Τώρα, πλέον ξέρω ότι θα μείνω εδώ για πάντα. Εδώ απ ‘ όπου ξεκίνησα. Ίδιος κι απαράλλαχτος. Με το χαμόγελο polaroid στα χέρια.

Αυτή η σκέψη με κάνει να χαμογελάω μέσα κι έξω.

*- με αφορμή την ταινία Carol, 2015

carol2

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020