Τις προάλλες στην καφετέρια μιλούσαμε στην παρέα για τη βία και όλοι περιέγραφαν σιχαμερά περιστατικά και απεχθείς πράξεις. Όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω τους είπα την ακόλουθη ιστορία.

Το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά συναντώ μια κοπέλα που κινείται πάντα στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που πηγαίνω εγώ. Στις εννιά παρά πέντε ακριβώς προσπερνάμε ο ένας τον άλλον μπροστά από μια μαύρη μεταλλική καγκελόπορτα που οδηγεί σε μια αυλή, που οδηγεί σε ένα νεοκλασσικό, που οδηγεί στα γραφεία κάποιου ινστιτούτου που πραγματοποιεί ακαθόριστες μελέτες για τον ελληνικό πολιτισμό και την συσχέτισή του με τις βορειοευρωπαϊκές χώρες. Η κοπέλα δουλεύει σε αυτό το κτίριο και είναι σίγουρα ξένη.

Για κάποιο λόγο έχω πειστεί ότι εμείς οι δυο πρέπει να γνωριστούμε, να ερωτευτούμε, να ζήσουμε τέλειες διακοπές μαζί, να ταξιδέψουμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και πιθανόν να χωρίσουμε χορτάτοι ο ένας από το σώμα και τη ζωή του άλλου. Για το χωρισμό δεν έχω σκεφτεί πολλές λεπτομέρειες, αλλά για τα υπόλοιπα έχω σκεφτεί τα πάντα. Το μόνο που μου λείπει είναι η πρώτη προσέγγιση, η αρχική γνωριμία που θα ανοίξει την πόρτα στο όνειρο.

Πρέπει να συμβεί μια τέλεια μέρα που ο ήλιος θα λάμπει, οι άνθρωποι θα είναι χαλαροί και θα κόβουν βόλτες στα πάρκα και στα πεζοδρόμια, οι ηλικιωμένοι θα χαμογελούν, οι νέοι θα χαχανίζουν, τα παιδιά θα ξεκαρδίζονται στα γέλια με τα παιχνίδια τους και οι σκύλοι θα βγαίνουν βόλτα μόνοι τους. Τα ταξί θα μεταφέρουν δωρεάν τον κόσμο, τα λεωφορεία θα είναι άδεια, τα μαγαζιά θα είναι γεμάτα κεράσματα και οι υπάλληλοι στην τράπεζα θα κάνουν χαρούλες σε όποιον θα τους ζητά ένα επιπλέον δάνειο.

Θα κουβαλάω έναν καπουτσίνο στο χέρι που θα είναι φτιαγμένος έτσι όπως ακριβώς τον θέλω και θα είναι κερασμένος από την κοπέλα στην καφετέρια που γνωρίζει ακριβώς τι πρόκειται να ακολουθήσει. Όλοι γνωρίζουν τα πάντα για όλους κι έτσι όλοι γνωρίζουν πόσο σημαντικό είναι αυτό που πρόκειται να γίνει.

Και αυτή θα έρθει πάντα από την αντίθετη κατεύθυνση στις εννιά παρά πέντε ακριβώς, ντυμμένη με ένα φόρεμα που θα έχει πάνω του όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, χωρίς τσάντα να τη βαραίνει, περπατώντας ξιπόλυτη στο πεζοδρόμιο που είναι καθαρό και λείο με τα ξανθά μαλλιά της θα ανεμίζουν φρεσκολουσμένα στο ανοιξιάτικο αεράκι.

Και αυτή τη μαγική μέρα που όλα θα είναι έτοιμα και όλοι προετοιμασμένοι με πρώτον και καλύτερο εμένα, θα συναντηθούμε μπροστά από τη μεταλλική καγκελόπορτα και αυτή δεν θα διασχίσει την αυλή που οδηγεί στο νεοκλασσικό, αλλά θα σταθεί μπροστά μου και θα με κοιτάξει επίμονα στα ματιά, γιατί κι αυτή θα γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί και θα πέσει στην αγκαλιά μου και θα μου πει αν θέλει να πάμε να ζήσουμε αυτό που είναι να ζήσουμε.

Με αυτόν τον τρόπο θα αποφασίσουμε αν θα γνωρίσουμε κάτι πέρα από το τίποτα ή αν δεν θα ζήσουμε ποτέ στην εύφορη κοιλάδα των ονείρων μας. Το ενδεχόμενο να μην καταφέρουμε ποτέ να βρεθούμε σε αυτό που ίσως υπάρχει ή το ενδεχόμενο να μην υπάρχει καν, αυτό είναι βία.

Κανείς δεν σχολίασε την ιστορία μου και όλοι με κοίταξαν παραξενεμένοι σαν κάτι να μην πηγαίνει καλά με μένα. Συνέχισα να πίνω τον καπουτσίνο μου που ως συνήθως ήταν μέτριος.