
«Ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε»
Η Ευτυχία Γιαννάκη επιστρέφει με το νέο της μυθιστόρημα Θάλασσα σώσε με (Εκδόσεις Ίκαρος), ένα σκοτεινό και βαθιά ανθρώπινο αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στο αστυνομικό μυστήριο και το ψυχολογικό δράμα. Στο Ναύπλιο, παραμονή Χριστουγέννων, ένας φόνος γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχθούν σχέσεις, σιωπές και αλήθειες που πονάνε. Με αιχμηρή γραφή και έντονη συναισθηματική ένταση, η συγγραφέας εξερευνά τα όρια της αγάπης, της ενοχής και της ανθρώπινης αντοχής, υπενθυμίζοντας πως ο πιο επικίνδυνος τόπος δεν είναι ποτέ το έγκλημα, αλλά όσα κρύβουμε μέσα μας.
Στο «Θάλασσα σώσε με» (Εκδόσεις Ίκαρος), η αγάπη δεν σώζει, γίνεται κίνητρο εγκλήματος. Πότε αρχίζει να μετατρέπεται σε απειλή;
Ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε, γιατί εκεί αφήνουμε αφύλακτες εισόδους. Εκεί πιστεύουμε ότι είμαστε ασφαλείς, ενώ συχνά είμαστε απλώς πιο εκτεθειμένοι.
Η αγάπη γίνεται απειλή όταν μπερδεύεται με την εξάρτηση: όταν ο άλλος δεν είναι πια πρόσωπο, αλλά οξυγόνο, επιβεβαίωση, σωσίβιο. Από «σε αγαπώ» γίνεται «χωρίς εσένα δεν υπάρχω». Αυτή η φράση ακούγεται ρομαντική μόνο στα τραγούδια. Στο αστυνομικό είναι ολόκληρο βιβλίο. Στη ζωή είναι συναγερμός.
Η αγάπη είναι το μόνο που μας σώζει, όταν ξέρουμε πως να κολυμπήσουμε μέσα της, χωρίς να χαθούμε.
Μέχρι τώρα ο Χάρης Κόκκινος κρατούσε αποστάσεις. Εδώ μοιάζει να εκτίθεται. Τον φέρατε πιο κοντά στην αλήθεια ή πιο κοντά στο τραύμα; Τον πληγώσατε περισσότερο αυτή τη φορά;
Τον έφερα στο σημείο όπου η αλήθεια σταματά να είναι υπόθεση και γίνεται προσωπικό αγκάθι. Ο Κόκκινος έχει μάθει να επιβιώνει κρατώντας την απόσταση. Είναι η μέθοδος στη δουλειά του, η άμυνά του, αλλά και η φυλακή του. Έχει μάθει να κοιτάζει το σκοτάδι των άλλων με ακρίβεια, μόνο που αυτός είναι ένας βολικός τρόπος για να μην αγγίζει το δικό του τραύμα.
Ξαπλώνει και αναρωτιέται γιατί οι άνθρωποι μετρούν προβατάκια για να τους πάρει ο ύπνος. Και τότε έρχεται η φωνή της καλής του φίλης που του υπενθυμίζει: «οι άνθρωποι μετρούν προβατάκια για να μην ξεχνούν ότι είναι λύκοι».
Σε αυτή την ιστορία είναι μόνος ανάμεσα σε λύκους και το θέμα είναι αν θα καταφέρει να σκοτώσει τον λύκο μέσα του, δηλαδή να αγαπήσει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος για να αγαπηθεί.
Το Ναύπλιο και η χειμωνιάτικη, σχεδόν γιορτινή ατμόσφαιρα λειτουργούν αντιστικτικά με το σκοτάδι της ιστορίας. Σας ενδιαφέρει αυτή η σύγκρουση ή είναι τελικά ο μόνος τρόπος να ειπωθεί η αλήθεια;
Το Ναύπλιο σε παγιδεύει ακριβώς επειδή είναι όμορφο. Σε κάνει να ρίξεις τις άμυνές σου. Περπατάς μέσα σε ένα σκηνικό και ξεχνάς ότι κάθε σκηνικό έχει και παρασκήνια και υπόγεια.
Τα Χριστούγεννα οξύνουν αυτή την αντίφαση: όποιος είναι μόνος, όποιος πενθεί, όποιος δεν χωράει στην εικόνα της θαλπωρής, νιώθει το φως πιο βίαια δίπλα στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι συχνά μετά τις γιορτές ξεφορτώνονται τις σχέσεις τους, όπως τα στολίδια.
Όμως το Ναύπλιο δεν είναι απλά σκηνικό. Είναι η ρίζα της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους και των παθογενειών του. Ένας επιπλέον χαρακτήρας στην ιστορία, γιατί η ομορφιά του κουβαλάει το βάρος του παρελθόντος. Λέμε συχνά ότι το παρελθόν επιστρέφει. Στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ. Είναι εκεί και περιμένει για τον λογαριασμό. Στο Ναύπλιο, Χριστούγεννα έρχεται ο λογαριασμός για τον Κόκκινο.
Οι «σιωπές» παίζουν κεντρικό ρόλο στο βιβλίο. Τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει περισσότερο: αυτά που λέγονται ή αυτά που αποσιωπούνται;
Με ενδιαφέρει η σιωπή γιατί δεν είναι κενό. Έχει βάρος, θερμοκρασία, νόημα. Κάποιος σωπαίνει για να κρυφτεί. Άλλος σωπαίνει για να επιβιώσει. Κάποια σωπαίνει γιατί, αν μιλήσει, θα πρέπει πρώτα να ακούσει η ίδια αυτό που ξέρει.
Στο αστυνομικό μυθιστόρημα όλοι νομίζουμε ότι ψάχνουμε ποιος λέει ψέματα. Εγώ νομίζω ότι ψάχνουμε περισσότερο το σημείο όπου κάποιος σταμάτησε να μπορεί να πει την αλήθεια του. Εκεί αρχίζει η ιστορία. Όχι πάντα στο έγκλημα, αλλά στο πρώτο δευτερόλεπτο που δεν αντέχεις και μένεις σιωπηλός.
Οι άνθρωποι συχνά λένε πολλά για να μη φανεί τι αποφεύγουν. Η σιωπή μπορεί να είναι πιο ακριβής από μια εξομολόγηση. Στο βιβλίο οι σιωπές είναι σαν υπόγειο νερό: δεν φαίνονται πάντα, αλλά σκάβουν το έδαφος κάτω από όλους. Συνήθως δεν μας καταστρέφει αυτό που συνέβη. Μας καταστρέφει που μάθαμε να ζούμε με αυτό χωρίς να το κατονομάζουμε.
Το βιβλίο μοιάζει να ακουμπά έντονα στο κοινωνικό ψυχογράφημα. Θεωρείτε ότι η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα γεννά πιο σκοτεινές ιστορίες ή απλώς τις φωτίζει αλλιώς;
Δεν νομίζω ότι η πραγματικότητα σκοτείνιασε ξαφνικά. Απλώς λιγόστεψαν οι κουρτίνες. Παλαιότερα πολλά πράγματα έμεναν στο ημίφως: μέσα σε οικογένειες, γάμους, γραφεία, μικρές κοινωνίες που ήξεραν και δεν ήξεραν, έβλεπαν και δεν έβλεπαν. Σήμερα κάποια από αυτά αποκτούν όνομα. Και το όνομα μόλις δοθεί, δεν μαζεύεται εύκολα.
Η ελληνική πραγματικότητα με ενδιαφέρει επειδή συχνά έχει ήσυχη πρόσοψη και ανήσυχο υπόγειο. Προσέχουμε «τι θα πει ο κόσμος», αλλά από πίσω υπάρχει θυμός, ντροπή, εξάρτηση, μοναξιά.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι πια σταυρόλεξο. Είναι ο τρόπος να σηκώσεις το χαλί, χωρίς να παριστάνεις ότι δεν ξέρεις τι υπάρχει από κάτω. Το έγκλημα είναι η στιγμή που μια κοινωνία τραβάει την κουρτίνα και αποκαλύπτεται ο μηχανισμός της. Όχι το τέρας της. Ο μηχανισμός της. Και διαπιστώνει ότι αυτό είναι πολύ πιο τρομακτικό.
Γιατί το σκοτάδι δεν βρίσκεται πάντα στο περιθώριο. Μερικές φορές κάθεται στο κέντρο του τραπεζιού. Τρώει μαζί μας, μιλάει χαμηλόφωνα, ξέρει να φέρεται. Και γι’ αυτό αργούμε τόσο πολύ να το αναγνωρίσουμε.