Μια κάποια λύση

Καθόμασταν και περιμέναμε να περάσει η ώρα. Όσο περνούσε η ώρα λέγαμε ότι θα χρειαστεί να κάτσουμε περισσότερο. Κι έτσι φτάσαμε να λέμε πως θα περιμένουμε όλο το βράδυ μέχρι να φανεί. Τα τσιγάρα και ό,τι είχαμε να κουβεντιάσουμε μεταξύ μας εξαντλήθηκαν από νωρίς.

Το μπαρ άδειασε στις δύο μετά τα μεσάνυχτα και ο νεαρός σερβιτόρος έγειρε πάνω στη μπάρα μετρώντας τις πιθανότητες να φύγουμε. Αναγκαστήκαμε να του εξηγήσουμε ότι είχαμε κανονίσει ένα σημαντικό ραντεβού και ότι παρόλο που μας είχε στήσει, ήμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να περιμένουμε. Φυσικά, δεν μπορούσαμε να του πούμε λεπτομέρειες για το ραντεβού, δεν είχε καμιά δουλειά να μπλέξει στα πόδια μας.

Ωστόσο, μια κάποια ευθυξία, μας ανάγκασε να συνεχίσουμε να παραγγέλνουμε ποτά για να δικαιολογούμε την παραμονή μας στον αφιλόξενο χώρο στον οποίο είχε μετατραπεί το μαγαζί. Πίναμε όσο πιο αργά γινόταν, ο πάγος έλιωνε, τα ποτά νερώνανε και τα ποτήρια κατέβαζαν τον ιδρώτα τους στην ξύλινη μπάρα. Κάθε τόσο ο μπάρμαν σήκωνε τα ποτήρια στον αέρα για να περάσει από κάτω την πετσέτα του. Κάπως έτσι πάλευε με την απραξία του κι εμείς με την αναμονή.

Όταν πια έφτασε τρεις, συνειδητοποιήσαμε ότι τα λεφτά μας τέλειωναν και ότι δεν μπορούσαμε να παραγγείλουμε άλλα ποτά. Έτσι, πάψαμε να παραγγέλνουμε και σταματήσαμε να πίνουμε. Ζητήσαμε νερό για να ξεπλύνουμε το στόμα μας και λίγο πάγο για να τον βάλουμε μέσα στο νερό. Τα ποτήρια άρχισαν πάλι να ιδρώνουν και ο μπάρμαν εξακολούθησε να σκουπίζει τη  μπάρα.

Κατά τις τέσσερις μας ειδοποίησε ότι έπρεπε να κλείσει. Του είπαμε πως κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε τις όποιες πιθανότητές μας να συναντήσουμε το ραντεβού μας. Πρότεινε να περιμένουμε απ’ έξω, θα μπορούσε να μας αφήσει ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο με λίγες καρέκλες δεμένες μεταξύ τους. Δεν είχαμε επιλογή. Το μαγαζί έκλεισε κι εμείς βρεθήκαμε έξω στο κρύο, γερμένοι πάνω στις δεμένες καρέκλες να μετράμε τις ώρες. Κάθε σκιά που περνούσε μας δημιουργούσε προσδοκίες και κάθε σκιά που εξαφανιζόταν τις εξανέμιζε.

Η ατελείωτη αναμονή κάτω από άλλες συνθήκες θα μας είχε κάνει νευρικούς, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε επιλογή. Το ραντεβού είχε κλειστεί δέκα χρόνια πριν κι αν δεν εμφανιζόταν γνωρίζαμε ότι δεν επρόκειτο να εμφανιστεί ποτέ ξανά. Θα εξαντλούσαμε λοιπόν, κάθε πιθανότητα, αυτό ήταν σαφές.

Πήρε να χαράζει και ο κόσμος που πήγαινε στις πρωινές δουλειές άρχισε να κυκλοφορεί στους δρόμους, αλλά το ραντεβού μας δεν είχε φανεί. Είχαμε πια ξεπαγιάσει και η νύστα σιγά σιγά λύγιζε ακόμη και τους πιο ανθεκτικούς. Τα πρώτα σημάδια παραίτησης, εξελίχθηκαν σε βεβαιότητα παραίτησης όταν μεσημέριασε. Χρειάστηκε να σηκωθούμε και να αρχίσουμε να χαιρετιόμαστε για να ξεστομίσω ό,τι πιο οδυνηρό είχα σκεφτεί μέχρι τότε: “το να περιμένoυμε κάτι και να μην έρχεται είναι πρόβλημα. Το να μην περιμένουμε τίποτα πια όμως, είναι μια κάποια λύση.”

Ξανακαθήσαμε στα αβγά μας, τρομαγμένοι μπροστά στη νέα αυτή κατάσταση της οργιώδους ελευθερίας που ανοιγόταν μπροστά μας ως πιθανότητα και που δεν θα ξέραμε τι να την κάνουμε. Θα περιμέναμε κι άλλο.

* Ο Κ. Καβάφης σε αχρονολόγητο σχέδιο από τον Γιάννη Κεφαλληνό.

Screen Shot 2015-06-24 at 5.22.33 PM

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter