Οι μολυσματικές ιδέες

Πάντοτε ένιωθα μια έντονη ερωτική έλξη για την τερατώδη πνευματικότητα και τον ωμό κυνισμό. Αν δε αυτά συνδέονταν με χιούμορ, δεν υπήρχε περίπτωση να αντισταθώ. Έπεφτα με τα μούτρα στο υποκείμενο του ενδιαφέροντος και άρχιζε το ωραίο πλιάτσικο αρπάζοντας ολόκληρους διαλόγους για να τους κάνω άρθρα που καταναλώνονταν με μανία από ανυποψίαστους μικροαστούς σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας.

Ακραίοι διάλογοι, καταπιεσμένα συναισθήματα από μια αιωνίως αμείλικτη λογική, ερωτοτροπία με το χάος, δαιδαλώδεις προτάσεις και αποδόμηση του τίποτα πασπαλισμένη με μπόλικη κουλτουρόσκονη ριχνόντουσαν όπως όπως στο χαρτί και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, από φίλο σε φίλο, από νοικοκυριό σε νοικοκυριό, από τη μια τακτοποιημένη ζωή στην άλλη. Τότε δούλευα σαν δημοσιογράφος και μιλούσα με εξυπνάδες, όπως ο μίμος των φωνών του Μπέρνχαρντ, σαν ντανταϊστής δανδής, ανακατεύοντας ιδέες, καμιά φορά και ολόκληρες προτάσεις ή παραγράφους από υπό-κείμενα, δηλαδή άτομα που έβαζα κάτω από μένα, κάτω από τη γλώσσα μου, μέσα στο κεφάλι μου, νεκρά ή ζωντανά, δεν είχε σημασία. Το θέμα ήταν να πεταχτεί η ατάκα στα ανυποψίαστα μούτρα του αναγνώστη, να κολλήσει την ιδέα μου χωρίς να το καταλάβει.

Κάποτε ένας υπέργηρος ζωγράφος από τον οποίο έπαιρνα συνέντευξη και τον οποίο θαύμαζα, μου είπε: “μιλάς με ψεύτικες φωνές. Δεν ξέρω ποιανού είναι η φωνή κάθε φορά, πάντως δεν είναι η δικιά σου. Μαστορεύεις καλά την επιφάνεια και δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς ποιον έχεις καταπιεί όταν ανοίγεις το στόμα σου. Το καταλαβαίνω όμως, γιατί δεν θα μπορούσα να φτιάξω το πορτρέτο σου με τίποτα”. Δεν ήθελα να μου φτιάξει το πορτρέτο και δεν με ένοιαξε αυτό που είπε, ούτε το σκέφτηκα πολύ τότε.

Μετά από χρόνια βρέθηκα σε μια έκθεση ζωγραφικής μιας φίλης. Η έκθεση είχε τον τίτλο Η αρκούδα κοιμάται μέσα και στάθηκα μπροστά σε ένα έργο που το είδα για πορτρέτο μου. Σκέφτηκα τότε τις μολυσματικές ιδέες που μου είχαν κολλήσει και που διακινούσα για χρόνια και την αλήθεια της ατάκας του γέρου ζωγράφου. Η πίεση ήταν μεγάλη μπροστά στο έργο και έμεινα ακίνητος για ώρα, σαν λίμνη που ήταν παγωμένη για χρόνια και τώρα άνοιγε μια ρωγμή από μια αρκούδα που περπατούσε πάνω της, κάτω της, μέσα της, δεν είχε σημασία, το νερό με κάποιον τρόπο θα έβγαινε στην επιφάνεια.

Είπα στη φίλη ότι θα έγραφα κάτι με αφορμή αυτόν τον πίνακα. Σκεφτόμουν για μέρες διάφορα, ιστορίες επί ιστοριών, αλλά δεν έγραψα ποτέ τίποτα. Τώρα που το βλέπω μετά από καιρό, με τη ρωγμή να χάσκει στο διηνεκές, ξέρω ότι η αρκούδα κοιμάται ακόμη μέσα.

Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η ιστορία είναι ένα βήμα. Ή μήπως όχι;

με αφορμή αυτό το έργο της Μυρτώς Δεληβοριά και τη μετέωρη στάση μετά το πρώτο βήμα, από την έκθεση που έγινε στην γκαλερί Astra τον Δεκέμβρη του 2012

bear

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020