Ο λύκος της πόλης

Ο πιο όμορφος φίλος μου, όχι ο οποιοσδήποτε φίλος, αυτός που όλοι λάτρευαν γιατί ντυνόταν ωραία, γιατί άκουγε την πιο τέλεια μουσική και γιατί είχε την καλύτερη συλλογή εφηβικών αστυνομικών βιβλίων με έπιασε ένα απόγευμα, εκεί που καθόμασταν στο πεζοδρόμιο και ξεφυλλίζαμε ένα κόμικ που μόλις είχαμε αγοράσει και μου είπε ότι το προηγούμενο βράδυ που είχε μείνει ξύπνιος μέχρι αργά, είδε στη γειτονιά να κυκλοφορεί ένας λύκος. Όχι σκύλος που έμοιαζε με λύκο, αλλά ένας κανονικός λύκος που ήταν σε μέγεθος πιο μεγάλος από σκύλο, είχε μακριά γκρίζα ουρά, μυτερά αυτιά και μάτια κόκκινα μέσα στο σκοτάδι.

Ένας λύκος; Πώς είναι δυνατόν; Στην πόλη δεν κυκλοφορούν λύκοι και πως είναι δυνατόν να τον είδε να κυκλοφορεί στα στενά της γειτονιάς μας που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης; Ούτε πάρκο δεν υπήρχε κοντά. Προσπάθησα να τον πείσω να σοβαρευτεί. Επέμεινα για ώρα ότι οι λύκοι δεν είναι δυνατόν να ζήσουν στην πόλη και ότι σε κάθε περίπτωση και κάποιος άλλος θα τον είχε δει και θα είχε ξεσηκωθεί η γειτονιά στο πόδι, γιατί αυτός ο κάποιος σίγουρα θα φώναζε λύκος, λύκος μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Αντιθέτως, η προηγούμενη καλοκαιρινή νύχτα είχε κυλήσει πολύ ήρεμα, αρά δεν υπήρχε λύκος στην πόλη.

Γενικά, δεν ήταν από τους τύπους που έλεγαν μπαρούφες. Δεν ήταν από αυτούς που γεννάνε παραμύθια και μετά στα σερβίρουν για να σε εντυπωσιάσουν. Το αντίθετο, ήταν πάντα πολύ μετρημένος στα λόγια και στις πράξεις του και γι’ αυτό τον εμπιστεύονταν και τον θαύμαζαν όλοι στην παρέα. Και τώρα από το πουθενά, του είχε έρθει να μου διηγηθεί αυτή την απίστευτη ιστορία με τον λύκο.

Μετά από λίγες μέρες που κανείς από τους δυο μας δεν είχε αναφερθεί στο συμβάν, ο φίλος μου μου είπε ότι είχε δει πάλι τον λύκο. Αυτή τη φορά το απόγευμα, κάτω από καθαρό φως. Πώς ήταν δυνατόν; Πώς ήταν δυνατόν μέρα μεσημέρι να μην τον είχε δει κανείς άλλος; Ήθελα τόσο πολύ να τον πιστέψω, αλλά δεν μπορούσα, δεν μπορούσα με τίποτα. Μου φαινόταν τρελό να βλέπει μόνο αυτός τον λύκο στην γειτονιά και να μην έχει βρεθεί ένας ακόμη που θα φωνάξει λύκος! 

Του είπα την επόμενη φορά που θα έβλεπε τον λύκο, να με φωνάξει. Ισχυρίστηκε ότι στο μεταξύ ο λύκος μπορεί να είχε φύγει, αλλά τον έπεισα να μην πει σε κανέναν άλλο τίποτα και απλά να με φωνάξει γιατί ήμουν σίγουρος ότι ο λύκος θα με περίμενε μιας και θα διαισθανόταν ότι ήθελα πολύ να τον δω. Πέρασαν αρκετές μέρες, μέχρι που ένα μεσημέρι τον άκουσα κάτω από το μπαλκόνι να με φωνάζει. Έλα, είπε, είναι στη γωνιά, στο κάτω στενό και μας περιμένει.

Φτάσαμε τρέχοντας στο στενό, στο σημείο που θα βρισκόταν ο λύκος και φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα. Τον βλέπεις; επέμεινε ο φίλος μου. Να, εκεί είναι. Νάτος, κοίτα τον, είναι τεράστιος, αλλά δεν πειράζει κανέναν. Δεν υπήρχε κανείς λύκος, αλλά ήταν τέτοια η σπίθα στα μάτια του, τέτοιος ο τρόπος του που για να μην τον πληγώσω, του είπα: ναι τον βλέπω. Έκτοτε κατάλαβα ότι η πίστη δεν φωλιάζει στη λογική, αλλά στο συναίσθημα και γι’ αυτό γελάω όποτε ακούω ανθρώπους να μιλούν για ζητήματα πίστης με λογικά επιχειρήματα. Είναι αλήθεια ότι τον αγαπούσα αυτόν τον φίλο μου, ήταν ο πιο αγαπημένος φίλος που είχα ποτέ.

Εννοείται ότι μετά από αυτό, άρχισε να διηγείται σε όλους τις ιστορίες με τον λύκο, επικαλούμενος και τη δικιά μου μαρτυρία όταν βρισκόταν μπροστά σε κάποιον αμφισβητία. Και εννοείται ότι το τσούρμο των παιδιών της γειτονιάς πείστηκε πολύ σύντομα ότι ένας λύκος κυκλοφορούσε ανάμεσά μας. Καινούριες ιστορίες για τον λύκο άρχισαν να ξεπηδούν από άλλους πιτσιρικάδες της παρέας. Και όλο αυτό κράτησε ένα ολόκληρο καλοκαίρι το οποίο θυμάμαι μέχρι σήμερα ως το καλοκαίρι του λύκου και όποτε περνάω ξανά από τη γειτονιά κοιτάζω μήπως και δω τον λύκο σ’ εκείνη τη γωνία που μου τον είχε δείξει την πρώτη φορά.

* με αφορμή τον πίνακα του Ν. Χουλιαρά, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980, Ακρυλικό σε χαρτόνι, 99*70εκ, Εθνική Πινακοθήκη

xouliaras

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020