Το μαλακό μπετόν ενός τρελού μηχανικού

Ο λόγος που αποφασίσαμε να επισκεφθούμε αυτό το χωριό ήταν επειδή μάθαμε ότι είχε υπάρξει ένας τρελός μηχανικός που σχεδίαζε κτίρια με παράξενα υλικά, αγνοώντας τις συμβάσεις της εποχής του και τους περιορισμούς των υλικών. Τα σχέδιά του έμεναν για καιρό στα χαρτιά και όσα κτίρια ξεκίνησαν να φτιάχνονται, γρήγορα εγκαταλείφθηκαν ή γκρεμίστηκαν, αφού δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές των ιδιοκτητών που του είχαν αναθέσει τη δουλειά. Όπως ήταν αναμενόμενο, με τον καιρό δεν έβρισκε ανάλογη χρηματοδότηση κι έτσι, απομονώθηκε αρκούμενος στην κατασκευή μακετών που φήμες τις ήθελαν να φυλάσσονται ακόμη στο πατρικό του σπίτι.

Φτάνοντας στο χωριό, αναζητήσαμε το σπίτι του στον παλιό πετρόχτιστο οικισμό και βρεθήκαμε μπροστά στις μακέτες του που ήταν ενδιαφέρουσες, ωστόσο μια ματιά αρκούσε για να καταλάβει κανείς ότι επρόκειτο για σπίτια τα οποία ήταν αδύνατον να κατοικηθούν από τους χωριανούς. Αυτός προφανώς ήταν και ο λόγος που του κόλλησαν το παρατσούκλι ο τρελός μηχανικός και όπως μάθαμε από τις αφηγήσεις, όποτε ήθελαν να διασκεδάσουν οι χωριανοί τον καλούσαν να τους δείξει κάποιο απ’ τα παράξενα σχέδιά του. Οι απόγονοί τους βεβαίως ήταν περήφανοι για τον τρελό μηχανικό που έζησε κάποτε στα μέρη τους, όχι γιατί αναγνώριζαν πλέον την αξία του, αλλά γιατί τους έφερνε αρκετούς τουρίστες που αναζητούσαν το άτυπο μουσείο στο οποίο είχε μετατραπεί το σπίτι του.

Όπως ήταν αναμενόμενο επιδιώξαμε να μάθουμε περισσότερα για τη ζωή του και οι κάτοικοι μας είπαν ότι κάποια στιγμή ο τρελός μηχανικός αποφάσισε να αγοράσει ένα οικόπεδο στη μέση του πουθενά, σ’ένα ξέφωτο ενός κοντινού δάσους όπου μπορούσε κανείς να φτάσει αφότου θα περπατούσε επί δύο ώρες σ’ έναν στενό χωματόδρομο. Εκεί θέλησε να χτίσει το πιο τρελό από τα κτίριά του. Ένα σπίτι με μαλακό μπετόν όπως έλεγε, εύπλαστο σαν πλαστελίνη, όπου θα μπορούσε να σπρώχνει τους τοίχους πέρα-δώθε κατά βούληση, μεγαλώνοντας ή μικραίνοντας τα δωμάτια ανάλογα με τα κέφια του.

Τα υλικά έφταναν με δυσκολία στον προορισμό τους και τα πειράματά του για την κατασκευή του μαλακού μπετόν συνεχίζονταν για καιρό με αργούς ρυθμούς. Τον πρώτο καιρό οι συγχωριανοί του τον επισκέπτονταν, περίεργοι να δουν την πρόοδο των εργασιών, σιγά σιγά όμως βαρέθηκαν αφού επί της ουσίας δεν υπήρχε καμία πρόοδος. Έτσι, οι επισκέψεις αραίωσαν και κάποτε εξέλειψαν εντελώς. Ο ίδιος δεν κατέβαινε πλέον στο χωριό και οι περισσότεροι έπαψαν ακόμη και να αναρωτιούνται αν ζούσε ή αν πέθανε.

Χρειάστηκε να περάσουν δυο χρόνια χωρίς νέα του για να αποφασίσουν κάποιοι από αυτούς να πάρουν τον χωματόδρομο προκειμένου να τον συναντήσουν. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους έμειναν αποσβολωμένοι με αυτό που αντίκρυσαν. Το κτίριο είχε όντως φτιαχτεί, ήταν πολύχρωμο και οι τοίχοι ήταν εύπλαστοι, όπως ακριβώς τους είχε συλλάβει στα σχέδιά του ο μηχανικός. Άρχισαν τότε να πιέζουν τους τοίχους εδώ κι εκεί, φτιάχνοντας παράξενα κοιλώματα και προεξοχές. Έπαιζαν σαν μικρά παιδιά, έπαιρναν φόρα και έπεφταν πάνω στους τοίχους με δύναμη δοκιμάζοντας τις αντοχές ελαστικότητας του κτιρίου. Κάποια στιγμή τον άκουσαν από μέσα να φωνάζει: “ε, τι κάνετε; Θα με σκοτώσετε.”

Εκείνοι γέλασαν και του είπαν: “καλά τα έχεις σκεφτεί όλα. Βρήκες πώς θα κάνεις το κέφι σου πιέζοντας τους τοίχους από μέσα, δεν σκέφτηκες όμως τι θα συμβεί αν κάποιος τους πιέσει απ’ έξω” και συνέχισαν να κουνούν πέρα δώθε τους τοίχους, να τους κλωτσούν,να σπρώχνουν με όλη τους τη δύναμη. Κάποιοι πήραν κλαδιά και άρχισαν να πιέζουν ότι προεξείχε. Κάποια στιγμή σήκωσαν πολλοί μαζί κι έναν κορμό και παίρνοντας φόρα επιτέθηκαν στην πρόσοψη. Αυτό το χτύπημα ήταν αρκετό για να τσαλακώσει όλο το κτίριο και να λυγίσει τη σκεπή. Συνέχισαν έτσι για αρκετή ώρα διασκεδάζοντας. Ο μηχανικός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κτίριο τρέχοντας προς το δάσος. Αφότου το ισοπέδωσαν και βεβαιώθηκαν πως ότι απέμεινε δεν είχε πια όψη σπιτιού, είπαν μεταξύ τους: “κάποιος έπρεπε να του δώσει ένα μάθημα. Δεν είναι βλάκες όλοι αυτοί που φτιάχουν τα σπίτια τους από πέτρα στο χωριό. Και τα φτιάχνουν έτσι εδώ και αιώνες. Δεν είναι χτεσινοί. Κάτι παραπάνω θα ξέρουν από τον τρελό μηχανικό.”

Έκτοτε δεν τον ξανάδαν. Ούτε έμαθαν που και πως έζησε. Αυτό τους στενοχωρούσε κάπως, αλλά ήταν σίγουροι μέχρι τα βαθιά τους γεράματα ότι είχαν πράξει το σωστό και τα εγγόνια τους που τώρα μας άνοιγαν το σπίτι του, είπαν πως εκείνες τις εποχές ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς τα σχέδιά του. Ίσως στο μέλλον να έχουν κάποια εφαρμογή, αλλά πού να το ήξεραν αυτό οι παππούδες τους; Τότε ήταν όλα αλλιώς, σχολίασαν κι εμείς νιώσαμε ότι όλα παρέμεναν ίδια μέχρι σήμερα στο μικρό πετρόκτιστο χωριό.

Πήραμε το χωματόδρομο με την ελπίδα να εντοπίσουμε τα απομεινάρια του σπιτιού. Φυσικά, δεν βρήκαμε τίποτα.

* Stone house / Fafe Mountains / Portugal

THE-STONE-HOUSE

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020