Το ταξί και ο κύκλος

Όλα ξεκίνησαν με την κρίση. Στεκόμουν στην ίδια στάση και περίμενα να έρθει το ίδιο τρόλεϊ όπως κάθε πρωί και το τρόλεϊ καθυστερούσε όπως κάθε πρωί. Τα αποθέματα υπομονής μου εξαντλήθηκαν όπως κάθε πρωί και όλοι στη στάση αναθεμάτιζαν την τύχη τους όπως κάθε πρωί. Φτάνει όμως μια στιγμή που η επανάληψη γίνεται θηλιά στο λαιμό και σε σφίγγει τόσο που είτε συμβιβάζεσαι με το επαναληπτικό σχήμα με τη βοήθεια αντικαταθλιπτικών, είτε κάνεις ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι. Αυτά τα λέω για να πω ότι αυτό που συνέβη ήταν κάτι που δεν θα σκεφτόμουν ποτέ αν τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο χάλια κάθε πρωί.

Έπιασα έναν τύπο που χτυπούσε το χέρι του στη στάση βρίζοντας και του είπα: “πας μέχρι Πατησίων, ΑΣΟΕΕ;” Με κοίταξε απότομα και είπε: “Ναι, γαμώ την τύχη μου… Μια στάση μετά κατεβαίνω”. Του είπα: “Παίρνουμε ένα ταξί μαζί να το μοιραστούμε; Θα δώσουμε ένα ευρώ παραπάνω ο καθένας και θα γλιτώσουμε την ταλαιπωρία”. Συμφώνησε λέγοντας: “Ναι, να πάνε να γαμηθούν οι καριόληδες”. Άπλωσα το χέρι μου, το ταξί φρενάρισε μπροστά μας και σε έξι λεπτά είχα φτάσει στον προορισμό μου. Φρόντισα να του πασάρω το μισό αντίτιμο της κούρσας δίχως να πάρει είδηση ο ταρίφας.

Έκτοτε κάθε πρωί έκανα την ίδια δουλειά. Με κάποιους επιβάτες γνωριστήκαμε και δεν χρειαζόταν παρά να ανταλλάξουμε μια καλημέρα πριν να κάνουμε νόημα στο ταξί. Με τον καιρό σκέφτηκα να ρίξουμε ακόμη περισσότερο το κόστος μοιράζοντας την κούρσα διά του τρία. Το σχήμα που βόλευε ήταν πιο δύσκολο να βρεθεί, αλλά έτσι και βρισκόταν το κόστος έπεφτε στο αντίτιμο του εισιτηρίου. Όσο βάθαινε η κρίση, τόσο πιο εύκολο γινόταν να βρεις άδειο ταξί. Με τον καιρό δεν χρειαζόταν να περιμένω καθόλου στη στάση. Το σαφάρι ανεύρεσης συνταξιδιωτών είχε γίνει το ενδιαφέρον πρωινό μου παιχνίδι και αυτό κράτησε πάνω από χρόνο.

Ένα πρωί, αφότου εντόπισα τους δυο συνταξιδιώτες μου, ορμήσαμε χαρούμενοι σ’ ένα ταξί που φαινόταν πιο ταλαιπωρημένο και από τον οδηγό του, ο οποίος έζεχνε και κάθε τόσο άλλαζε τους σταθμούς στο ραδιόφωνο βρίζοντας πολιτικούς, δημοσιογράφους και όποιον άλλον τύχαινε να πάρει το αυτί του. Το ταμπλό έτριζε εκνευριστικά και ο ίδιος ήταν φανερά σε ένταση όταν γύρισε προς το μέρος μου και είπε:

“Έχω καταλάβει τι κάνεις. Σε έχω δει πολλά πρωινά περνώνοντας από τη στάση… Δεν γνωρίζεστε έτσι δεν είναι; Το κάνεις για να μοιράζεις την κούρσα.”

“Ακόμη κι αν ισχύει αυτό που λέτε, δεν είναι παράνομο”, είπα.

“Αντιθέτως, είναι παράνομο αυτό που κάνατε εσείς τις εποχές των παχιών αγελάδων”, είπε ένας συνεπιβάτης από το πίσω κάθισμα. “Τότε ήταν καλά που χρεώνατε τις διπλοκούρσες και μας πηγαίνατε μέσω Λαμίας κάνοντας κύκλους;”

“Εξυπηρετούσαμε, κύριος”, είπε ο ταρίφας.

“Κι εμείς εξυπηρετούμαστε τώρα, κύριος”, του είπα.

“Ναι, αλλά ο συνάδελφος από πίσω χάνει τη δουλειά του αν φορτωθείτε όλοι σε μένα. Τι είμαι λεωφορείο; Αν είναι έτσι να κοτσάρω μια ταμπέλα γραμμή Καλλιθέα-Πατήσια”

“Αν δεν μπούμε όλοι μαζί, δεν θα μπούμε καθόλου εκεί που είναι η ταρίφα”, είπε ο συνεπιβάτης, “είσαι και τυχερός που σε παίρνουμε και δεν πάμε με το τρόλει. Έχε χάρη που η συγκοινωνία είναι χάλια. Μόλις φτιάξει ούτε αυτή την κούρσα δεν θα έχεις… Όχι να γκρινιάζεις κιόλας μετά από τόσα χρόνια κλεψιάς.”

“Εσύ είσαι κλέφτης τώρα, όσο κι εγώ παλιά”, είπε ο ταρίφας.

“Ας πούμε λοιπόν, ότι έχει ο καιρός γυρίσματα”, είπε ο συνεπιβάτης.

“Κύκλος είναι. Ας πούμε ότι κι εγώ θα ανάψω τώρα ένα τσιγάρο γιατί έτσι γουστάρω”, αντιγύρισε ο ταρίφας.

Έκλεισε τα παράθυρα και μας φλόμωσε κάνοντας κυκλάκια καπνού που διαλύονταν στο βρώμικο παρμπρίζ. Όταν πήγα να κατεβάσω το παράθυρο συνειδητοποίησα ότι ο διακόπτης ήταν απενεργοποιημένος. Του ζήτησα να ανοίξει το παράθυρο και είπε πως όλα είχαν μπλοκάρει και ότι δεν είχε λεφτά να τα φτιάξει.

“Αυτή η χώρα δεν αλλάζει με τίποτα”, είπε ο τρίτος συνεπιβάτης που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει καθόλου”.

“Αυτό ξαναπέστο”, είπε ο ταρίφας και δυνάμωσε το ραδιόφωνο.

Όταν κατεβήκαμε κοπάνησα την πόρτα πίσω μου. Το σαράβαλο μάρσαρε λούζοντάς μας με πετρέλαιο. Είχαν βρωμίσει τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Μετά από αυτή την εμπειρία σταμάτησα να παίρνω ταξί για τη δουλειά. Αγόρασα ένα φτηνό ποδήλατο. Καλύτερα να φτάνω μουσκίδι. Αν δω τα ζόρια θα πηγαίνω με τα πόδια. Αν δεν μπορώ να πηγαίνω με τα πόδια, καλύτερα να μην δουλεύω. Άλλωστε, με την κρίση ο μισθός φτάνει ίσα ίσα για το φαγητό στη δουλειά και τα ρούχα μου. Δηλαδή, τι κάνω; Μια τρύπα στο νερό. Αν δεν δουλεύω μπορεί να σκεφτώ τίποτε καλό και να πάψω να κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου.

Μπορεί και όχι, αλλά τουλάχιστον δεν θα χαλιέμαι κάθε πρωί.

* με αφορμή την φωτογραφία από ένα ταξί στο Μπρούκλιν τον Ιανουάριο του 2014, Φωτογράφος Andrew Kelly, Πηγή: Reuters

A taxi cab drives through tire marks in Brooklyn, New York January 25, 2014. REUTERS/Andrew Kelly

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter