Όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη

Πάνω στο τραπέζι από μελαμίνη ήταν ένα μπιφτέκι και μια φέτα ψωμί. Το είχα σταμπάρει από ώρα και πέθαινα να το φάω, αλλά διασπαστικοί παράγοντες δεν με άφηναν να κάνω τη δουλειά μου.

Έλα πιο κοντά μου έλεγε, σκύψε λίγο, το μόνο που θέλουμε είναι να δούμε το κεφάλι σου, τρία ράμματα έμειναν, σκύψε λίγο ακόμη, ξέρω πολλούς που δεν θα είχαν την υπομονή μου, δυο λεπτάκια μόνο, μην κουνιέσαι σε παρακαλώ, αυτό είναι, όχι, όχι πάλι τα ίδια, δεν μπορεις να σταθείς ακίνητος για δυο λεπτά, τι είναι αυτό το πράγμα, πως σε ανέχονται οι γύρω σου, προσπάθησε να συγκεντρωθείς, καταλαβαίνω ότι είσαι ζωηρός, θα πρέπει συνέχεια να χτυπάς, αλλά αυτή τη φορά άνοιξες το κεφάλι σου, ελπίζω αυτό να σου γίνει μάθημα, σκύψε πάλι, ναι, λίγο ακόμη, μην κουνιέσαι, συγκεντρώσου σε παρακαλώ, πρέπει να τελειώσουμε κάποια στιγμή.

Πώς να συγκεντρωθώ, ο αγαπημένος μου συμμαθητής μου είχε ανοίξει το κεφάλι, είχα μεταφερθεί από το σχολείο άρον άρον στο νοσοκομείο με το αυτοκίνητο του διευθυντή που οδηγούσε σαν τρελός και μου έλεγε να σφίγγω το πανί στο κεφάλι μου για να μη γεμίσει αίματα το πίσω κάθισμα, αυτή την ώρα έχανα τη γυμναστική και η μαμά είχε καταφθάσει στο νοσοκομείο βουρκωμένη και σίγουρη ότι κινδυνεύει η ζωή μου. Ευτυχώς την έβγαλαν για λίγο έξω. Το μόνο ενδιαφέρον ήταν αυτό το μπιφτέκι πάνω στο τραπέζι που μου είχε σπάσει τη μύτη.

Η νοσοκόμα συνέχισε να μου μιλάει σαν να είμαι καμιά κούκλα, χωρίς να περιμένει απάντηση και δεν έλεγε να τελειώσει το εργόχειρο στο κεφάλι μου.Η τύπισσα ήταν ξανθιά και είχε κάτι στήθη πεσμένα σαν αχλάδια και μια κοιλιά επίπεδη, ισιωμένη με χάρακα. Ήταν αυτό που λέμε άσχημη, αλλά προσπαθούσε να δείχνει όμορφη. Ήταν επίσης αυτό που λέμε αδιάφορη, αλλά προσπαθούσε να δείχνει ότι έχει κατανόηση. Ήταν γενικά αυτό που λέμε γουρούνα, αλλά προσπαθούσε να δείχνει άνθρωπος.

Κάποια στιγμή άρχισε να γκρινιάζει περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να αντέξω και τότε αποφάσισα να πάρω φόρα, να πηδήξω από το φορείο με την κλωστή να κρέμεται στο μέτωπό μου και τον πόνο να μου τρυπάει το κρανίο, να τρέξω μέσα στο δωμάτιο, να αρπάξω το μπιφτέκι της και να το δαγκώσω κόβοντας μια τεράστια μπουκιά. Η τύπισσα έκανε σαν να έβλεπε τον Χάνιμπαλ Λέκτερ κι άρχισε να ουρλιάζει. Εγώ έτρεχα πέρα δώθε, μέχρι που μπήκε μέσα η μαμά και με άρπαξε λέγοντάς μου, άσε κάτω το μπιφτέκι, τι είναι αυτά που κάνεις, τι γουρουνιές είναι αυτές. Το έφτυσα στο πάτωμα.

Όταν ξανακάθησα στο φορείο για να τελειώσει τη δουλειά έπαψε να μου μιλάει κι εγώ έπαψα να είμαι κούκλα στα μάτια της. Ήμουν ένα μικρό γουρούνι που είχα καταστρέψει το μεσημεριανό της κι έπρεπε να ξεμπερδεύει μαζί μου. Είμαι σίγουρος ότι μου πάτησε τουλάχιστον δυο-τρία ράμματα παραπάνω, έτσι για να τη θυμάμαι. Τριάντα χρόνια μετά τα ράμματά της στολίζουν ακόμη το κεφάλι μου. Θα μπορούσε σίγουρα να έχει κάνει καλύτερη δουλειά αν είχε λίγη καλοσύνη μέσα της ή θα μπορούσε να κάνει καμιά άλλη δουλειά αν είχε ελάχιστη καλοσύνη μέσα της.

Κάθε φορά που κοιτάζω στον καθρέφτη τα ράμματα, τα χείλη της κουνιούνται ακόμη, κάτω από τη μύτη της μαμάς και επαναλαμβάνουν εις τους αιώνας των αιώνων: “ηλίθιο γουρούνι”. Κι εγώ πάντα απαντώ: “ηλίθια γουρούνα”.

PIG_01_RK0113_07_P

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020