Αλέξανδρος Στεργιόπουλος 10 Ιουνίου 2026 – 13:12

Η συγγραφέας μας μιλά για το νέο της βιβλίο «Θάλασσα σώσε με» (Εκδόσεις Ίκαρος).
- «Ο Κόκκινος είναι κομμάτι της σκέψης μου, της ψυχής μου, των συναισθημάτων μου…”
- «Αυτό που σε φοβίζει περισσότερο είναι και αυτό που σε έλκει περισσότερο»
- «Κοιτάζω το νήμα σε βάθος χρόνου και όχι ευκαιριακά, όχι σε επίπεδο ειδησεογραφίας»
- «Με ενδιέφερε αυτή η αντίθεση, δηλαδή του τι δείχνεις και του τι είσαι»
Η Ευτυχία Γιαννάκη που γράφει αστυνομικά και μπαίνει στη σκέψη, στην ψυχή, στην καρδιά μας… Τα βιβλία της -όλα από Εκδόσεις Ίκαρος– έχουν την κίνηση, το σώμα και τα χρώματα της θάλασσας και του ήλιου. Και όπως απλώνεται το απέραντο γαλάζιο, λευκό, χρυσό, έτσι απλώνονται και οι ιστορίες της. Και όπως ο υγρός ουρανός καλύπτει το σκοτάδι του βυθού, έτσι και τα βιβλία της καλύπτουν και αποκαλύπτουν τα δικά μας βάθη, τα δικά μας σκοτάδια.
Εδώ και λίγες εβδομάδες έχει κυκλοφορήσει η νέα περιπέτεια –Θάλασσα σώσε με”- του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου, αυτού του τόσο ανθρώπινου πρωταγωνιστή μυθιστορήματος. Η δράση μεταφέρεται στο Ναύπλιο και το έγκλημα στήνεται με αφορμή τη διαβόητη υπόθεση του Ματθαίου Μονσελά (σ.σ υπόθεση που είχε συνταράξει το πανελλήνιο). Η συγγραφέας δέχτηκε να μας μιλήσει για το νέο της βιβλίο και την ευχαριστούμε πολύ.
Ξεκινάω κάπως ανορθόδοξα. Ήταν αυτό το τέλος του Χάρη Κόκκινου;
Ως προς αυτό θα πω ένα: το μέλλον ανήκει στην έκπληξη!
Γιατί αυτό;
Γιατί κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο δεν είμαι σίγουρη αν θα συνεχίσω ή αν θα συνεχίσω με τον ίδιο χαρακτήρα. Εξαιρώ απ’ αυτό τις δύο προηγούμενες τριλογίες (σ.σ σειρές βιβλίων με κεντρικό ήρωα τον Χάρη Κόκκινο) μου. Σε αυτές είχα βάλει στο μυαλό μου πώς θα εξελιχθεί ο ήρωας ενώ το τέλος ήταν προαποφασιμένο. Ο κανόνας, όμως, είναι αυτός που σου είπα στην αρχή. Συνεπώς, το μέλλον και το μυστήριο παραδίδονται στην έκπληξη.
Όσο έγραφες το βιβλίο, έβαζες στοιχεία που δεν περίμενες ή όλα ήταν οργανωμένα;
Σίγουρα υπάρχει ένας βαθμός οργάνωσης, ιδιαίτερα στο κομμάτι της πλοκής και σε αυτό που λέμε «τόξο του χαρακτήρα», του πώς δηλαδή θα εξελιχθεί ο χαρακτήρας μέσα από την ιστορία. Ξέρεις, το μυστήριο είναι μια γεννήτρια ερωταπαντήσεων και αν δεν έχεις στήσει καλά αυτή τη γεννήτρια, θα σου «κλωτσήσει». Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν όλα προαποφασισμένα. Αυτό αφορά και τον κεντρικό χαρακτήρα, τον Χάρη Κόκκινο. Το ήρωά μου τον ρίχνω σε ένα πεδίο δοκιμασίας και απ’ αυτή τη δοκιμασία μου αποκαλύπτονται περισσότερα πράγματα για τον εαυτό του. Αυτό διατηρεί και το δικό μου ενδιαφέρον, όχι μόνο του αναγνώστη…
Το πιο δύσκολο πράγματα που έπρεπε να διαχειριστείς σε αυτό το βιβλίο ποιο ήταν;
Σε ένα πολυεπίπεδο βιβλίο πάντα είναι στοίχημα πώς θα ισορροπήσει το στοιχείο της πλοκής, του σασπένς, της ταχύτητας που πρέπει να έχει το αστυνομικό για να κρατά το ενδιαφέρον, με το βάθος των χαρακτήρων. Αυτό, το βάθος, μπορεί να είναι ψυχολογικό και μπορεί να έχει σχέση με τους υπαρξιακούς, φιλοσοφικούς προβληματισμούς του, με τις δοκιμασίες τους…. Στην ουσία ψάχνω την ισορροπία στο πόσο κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό είναι το βιβλίο και πόσο αστυνομικό σε επίπεδο δράσης. Αυτό είναι ένα στοίχημα που δεν ξέρεις ότι θα το πετύχεις. Θέλει πολλή δουλειά για να φτάσεις σε μια ισορροπία. Μετά ο αναγνώστης θα το διαβάσει και θα κρίνει αν πέτυχες αυτή την ισορροπία.

«Ο Κόκκινος είναι κομμάτι της σκέψης μου, της ψυχής μου, των συναισθημάτων μου…”
Η αφορμή για να γράψεις αυτό το βιβλίο ποια ήταν;
Η κύρια αφορμή ήταν να δω πώς θα πάμε ένα βήμα παρακάτω, και εγώ ως δημιουργός και οι αναγνώστες, στην κατανόηση της συνθήκης που μας περιβάλλει. Από κει και πέρα, τα κοινωνικά ζητήματα που πάντα με απασχολούν και περνάνε στο βιβλίο ήταν ακόμη μία αφορμή όπως και το πώς θα λειτουργήσει ο Κόκκινος μέσα σε ένα άλλο επίπεδο σχέσεων.
Τον «Χάρη Κόκκινο» τον ελέγχεις ή σε ελέγχει;
Δεν είναι ζήτημα ελέγχου… Άλλες στιγμές τον τραβάω εγώ περισσότερο, άλλες με τραβάει αυτός. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κόκκινος είναι εργαλείο για να ξεκλειδώνονται πράγματα στα δικά μου ερωτήματα, στις δικές μου ανησυχίες… Δεν μπορώ, λοιπόν, να πω ότι τον ελέγχω ή με ελέγχει. Ο Κόκκινος είναι κομμάτι της σκέψης μου, της ψυχής μου, των συναισθημάτων μου… Και όλα αυτά, ναι, σ’ έναν βαθμό περνάνε από τη λογική, από τον έλεγχο, ως λογικές κατασκευές. Ωστόσο, αν το ψάξεις, φτάνουν ως το ασυνείδητο! Πολύ συχνά μου λένε ότι τα βιβλία μου συγγενεύουν, σε πολλά σημεία, με όνειρα! Έχουν, δηλαδή, κάτι το ονειρικό, ατμοσφαιρικό οι εικόνες των βιβλίων μου. Αυτός είναι και ο δίαυλος που συνδέει το συναίσθημα και τα λιγότερο συνετά κομμάτια σου.
Όλο αυτό σου βγαίνει συνειδητά; Πριν γράψεις, δηλαδή, θα πεις «θα αξιοποιήσω ψυχολογία, φιλοσοφία κτλ;»
Όχι έτσι. Όταν σχεδιάζω τους χαρακτήρες έχει προηγηθεί έρευνα. Πρέπει να διαθέτουν στιβαρά ψυχολογικά προφίλ. Δεν μπορείς να βάλεις κάποιον να σκοτώνει, να είναι θύμα, έτσι απλά. Υπάρχει, λοιπόν, το κομμάτι της έρευνας από πίσω, της διαδικασίας της αστυνομίας αλλά και των βαθύτερων πραγμάτων. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αυτό που σε ορίζει ούτε που σε κατευθύνει κάνοντας λογοτεχνία. Αυτό που σε ορίζει είναι η μεγάλη περιπέτεια που ζεις, πως εμβυθίζεσαι σε έναν κόσμο τον οποίον φτιάχνεις και ελέγχεις σε έναν βαθμό. Δημιουργείς ένα πεδίο για να πειραματιστείς και μπαίνεις σε αυτό και χάνεσαι, ταξιδεύεις με τους χαρακτήρες. Είναι σαν να ζεις μαζί τους σε ένα παράλληλο σύμπαν.
Όλα, πάντως, είναι πολύ σωστά δεμένα. Δεν πετάγεται στο άσχετο μια φιλοσοφική εικόνα.
Είναι όλα οργανικά! Κοίταξε, το κλειδί σε αυτό είναι να κάνεις αληθινούς χαρακτήρες. Αν ο χαρακτήρας έχει την αλήθειά του, τότε από μόνος του «γεννάει» και τη γλώσσα του, τον τρόπο που μιλά και τον τρόπο που σκέφτεται, νιώθει. Ο χαρακτήρας, όμως, πρέπει να είναι δουλεμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργεί ο ίδιος την ιστορία και όχι η ιστορία να παράγει τον χαρακτήρα.

«Αυτό που σε φοβίζει περισσότερο είναι και αυτό που σε έλκει περισσότερο»
Αυτό το βιβλίο διαβάζεται με τη λογική ή με το συναίσθημα;
Ο καθένας ό,τι επιλέγει. Εμένα στόχος μου είναι να δημιουργείται ένα πεδίο που ο καθένας θα κρατήσει αυτό που θέλει. Σίγουρα, όμως, αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι το συναίσθημα, η αίσθηση που του άφησε. Αυτό είναι και το απόσταγμα του βιβλίου. Τα στοιχεία της πλοκής, δράσης, σε βάθος χρόνου θα τα ξεχάσει ή θα τα θυμάται θολά. Όμως το πώς τον έκανε να νιώσει το βιβλίο, αυτό μένει μαζί του για καιρό. Θέλω τα βιβλία μου να είναι φορέας συναισθήματος. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι το πετυχαίνεις με όλους τους αναγνώστες. Υπάρχουν κάποιοι που είναι πιο εγκεφαλικοί και θέλουν το αστυνομικό για τον γρίφο. Άλλος παίρνει το αστυνομικό γιατί θεωρεί ότι «τρέχει» γρήγορα και είναι ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Οπότε, έχει μια ανακούφιση από τη λύση της ιστορίας. Άλλος παίρνει το βιβλίο γιατί θέλει να δει τη βία, το σκοτάδι, και πώς αναδύεται, πώς μπορεί να το καταλάβει, να το κατανοήσει. Καθένας, λοιπόν, έχει τα κίνητρα του.
Ποιο συναίσθημα επικρατεί στο βιβλίο;
Αυτό είναι δύσκολο να το πω… Σε μένα όταν το έγραφα, και γι’ αυτό ο τίτλος είναι «Θάλασσα σώσε με», ήταν η αίσθηση ότι δεν υπάρχει διαφυγή ή τουλάχιστον δεν υπάρχει εύκολη διαφυγή. Η αίσθηση ότι ο άνθρωπος μένει λιγάκι ενεός, έκπληκτος, μπροστά στο βάθος της θάλασσας. Η θάλασσα κρύβει πάντα τον βυθό, έτσι; Ε, αυτό έλκει τον άνθρωπο που θέλει να βουτήξει, αλλά φοβάται κιόλας. Οπότε, η αίσθησή μου ήταν αυτή γράφοντα το βιβλίο: πως αυτό που σε φοβίζει περισσότερο είναι και αυτό που σε έλκει περισσότερο. Γι’ αυτό ο Χάρης Κόκκινος σε αυτή την ιστορία συνειδητοποιεί ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος γι’ αυτόν δεν είναι ο τόπος του εγκλήματος, αλλά εκεί που αγαπάει! Έχουμε, λοιπόν, αρκετά δίπολα, φως-σκοτάδι, αγάπη-φόβος, η σχέση που λειτουργεί ως παγίδα, η φροντίδα που μπορεί να γίνεται φυλακή, που δίνουν το συναισθηματικό πλέγμα, τις καταστάσεις του βιβλίου.
Τι καινούργιο έμαθες για το έγκλημα και τη ζωή; Ή τα ξέρεις όλα πια;
Πάντα εκπλήσσεσαι! Ένας λόγος που γράφω αστυνομικά είναι γιατί μου επιτρέπουν να σκύβω με τρυφερότητα σε αυτό που λέμε ανοίκειο, σε αυτό που μπορεί να είναι απέναντί μου, στο πιο σκοτεινό. Οπότε, αυτό που έμαθα σε αυτό το βιβλίο είναι ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί που πέφτουν οι άμυνές σου, εκεί που είσαι ανοχύρωτος και εκεί που αγαπάς. Ξέρεις, την αγάπη την έχουμε μέσα μας ότι είναι λιγάκι σαν παράδεισος ή ο έρωτας…
…συγγνώμη που σε διακόπτω. Γι’ αυτό επέλεξες να υπάρχει στο βιβλίο αναφορά στο έγκλημα Μονσελά;
Ναι! Γιατί ήθελα να δω αυτό: μπορεί κάποιος να σκοτώσει επειδή θεωρεί στο μυαλό του ότι λυτρώνει κάποιον; Σε εμάς απ’ έξω αυτό φαίνεται τρελό. Λέμε κάποιος από τους δύο δεν είναι καλά και γι’ αυτό έγινε αυτό. Δεν είναι, όμως, ακριβώς έτσι τα πράγματα. Είναι πολύ λεπτές οι ισορροπίες σε αυτές τις περιπτώσεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το πού μπορεί να σε οδηγήσει το πάθος, η αγάπη, η εμμονή, η αίσθηση ότι βοηθάς, η αίσθηση του σωτήρα, ότι φροντίζεις κάποιον, ότι εσύ επιβεβαιώνεσαι μέσα απ’ αυτό και αποκτάς ταυτότητα… Ο εγκέφαλός μας είναι προσαρμοσμένος σε άλλες συνθήκες. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που περνάνε τα όρια και κοιτάζοντας τα δικά τους κοιτάζουν και τα δικά μας ταυτόχρονα.
Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο τέτοιο έγκλημα στα χρονικά, στην Ελλάδα.
Όχι, αυτό ήτανε μοναδικό. Και παγκοσμίως είναι από τα πολύ σπάνια…
Το έγκλημα στο βιβλίο το ζητάει το θύμα, το ζητάει από αγάπη! Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο στοιχείο παράνοιας, τρέλας, κάποια κακίας που υπέβοσκε.
Σπανίως στα βιβλία μου με ενδιαφέρουν οι κοινωνιοπαθείς, κάποιος που είναι serial killer. Εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος που λυγίζει μπροστά σε μια κατάσταση. Και πιο πολύ με ενδιαφέρει ο λόγος που λυγίζει, αυτό είναι που έχει τρομερό ενδιαφέρον για μένα. Το θέμα δεν είναι απλά ότι λύγισε κάποιος και έγινε θύτης, αλλά το πώς φτάνει κάποιος σε αυτό σημείο, το πώς η κοινωνία, ενδεχομένως, συναινεί, οδηγεί, βοηθάει, δημιουργεί τη συνθήκη μέσα στην οποία λυγίζει ο άλλος. Τα ίδια ισχύουν και για το θύμα. Πώς βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση; Τι το οδήγησε να ζητήσει κάτι τέτοιο;
Όταν γράφεις για τέτοια εγκλήματα, τρομάζεις; Και πιο πολύ στέκομαι στο γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που είναι ικανοί για κάτι τέτοιο.
Δεν τα νιώθω, πλέον, τόσο μακριά αυτά πράγματα. Θέλω πω ότι αυτά είναι πολύ κοντά μας! Απλά τις περισσότερες φορές κλείνουμε τα μάτια μας. Και να σου πω εδώ πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου γι’ αυτή την υπόθεση, του να σκοτώσει δηλαδή κάποιος κάποιον άλλο επειδή του το ζήτησε το ίδιο το θύμα! Όλα ξεκινήσαν επί covid. Τότε διαπίστωσα ότι ο πραγματικός θύτης, της πραγματικής ιστορίας, ο Μονσελάς, ο οποίος έχει αποφυλακιστεί, ζούσε εδώ κοντά, στον λόφο του Φιλοπάππου, και τον συναντούσα πηγαίνοντας να κάνω το μετακίνηση 6! Ζούσε ως άστεγος, εδώ στον λόφο. Οπότε, ξεκίνησα να ψάχνω γι’ αυτόν τον άνθρωπο και ήταν η αφορμή ή ο σπόρος, αν θέλεις, που φυτεύτηκε για να ασχοληθώ κάποια στιγμή στο μέλλον συγγραφικά. Το θεωρούσα (το συγκεκριμένο έγκλημα) μοναδικό σαν περίπτωση. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν είναι τόσο μοναδικό. Σκέψου πόσες φορές άνθρωποι, που οι οικείοι τους υποφέρουν από ανίατη ασθένεια, λένε θα το έκανα! Ή πόσοι μπορεί να το έχουν κάνει! Και δεν το έχουμε μάθει! Θέλω να πω ότι νομίζουμε ότι όλο αυτό είναι πολύ μακριά μας. Και αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχουμε βρεθεί στη συνθήκη να ενεργοποιηθούν αυτές οι σκέψεις μέσα μας. Συνεπώς, όχι, δεν με φοβίζει, τρομάζει, όταν γράφω για τέτοια εγκλήματα. Εξάλλου, όταν γράφεις γι’ αυτά νικάς κάπως και τον φόβο σου…
Δεν το συνηθίζεις, αλλά το…
…κατανοείς ή το συναισθάνεσαι. Δεν μισείς ούτε τον θύτη ούτε το θύμα.

«Κοιτάζω το νήμα σε βάθος χρόνου και όχι ευκαιριακά, όχι σε επίπεδο ειδησεογραφίας»
Στο βιβλίο υπάρχουν και υποκλοπές, ΕΥΠ… Αυτό προήλθε από τον πολιτική επικαιρότητα;
Χωρίς να κάνω σπόιλερ, ναι, υπάρχει ένα τέτοιο κομμάτι. Δεν έχει να κάνει, όμως, κυρίως με τις παρακολουθήσεις. Πιο πολύ αφορά τους ψηφιακούς στρατούς των τρολ, το ιστορικό παρελθόν της χωράς και πώς εξελίχθηκαν τα πράγμα σε βάθος χρόνου, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις μέρες μας. Στην ιστορία βλέπουμε ποιοι κατέχουν πλούτο, με τις μεθόδους κατέχουν τον πλούτο κτλ. Οπότε, υπάρχουν πολλά… Κοιτάζω το νήμα σε βάθος χρόνου και όχι ευκαιριακά, όχι σε επίπεδο ειδησεογραφίας.
Αυτά που αναφέρεις, ψηφιακοί στρατοί, παρακολουθήσεις, ποιοι και πώς έχουν πλούτο, είναι μια παθογένεια που διαιωνίζεται και δεν μας τιμά.
Αυτό με ενδιέφερε να δω. Πώς το παλιό, πώς, αν θέλεις, ακόμα και το συλλογικό πράγμα, έρχεται και μπαίνει σε νέα σώματα. Και το βλέπουμε να κάθεται στο οικογενειακό τραπέζι, στους φίλους μας, γύρω μας. Όλο αυτό το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ που δεν αντιδρούμε. Σήμερα, για παράδειγμα, αν μιλήσεις και πεις ότι στην Ελλάδα υπάρχει διαφθορά, παρακολουθήσεις, ξέπλυμα χρήματος, όλοι θα σου πουν ε, ναι, οκ, cool. Εμένα, λοιπόν, με ενδιαφέρει να φωτίζεται αυτό το πράγμα για να μην το ξεχνάμε. Το τέρας υπάρχει και απλά συναινούμε και γι΄αυτό εξακολουθεί να υπάρχει. Και αυτό δεν γίνεται μέσω διδακτισμού. Καλό, όμως, είναι να κοιτάς τον καθρέφτη σου, τον εαυτό σου και να λες εγώ που έκλεισα το στόμα μου; Εγώ που συναίνεσα; Εγώ τι συνθήκη κοινωνική δέχτηκα;
Δεν μπορεί να είσαι ουδέτερος.
Ή αν είσαι ουδέτερος, υπό μία έννοια, όλα τα μπορείς! Αν είσαι θα πρέπει να γνωρίζεις ότι η ουδετερότητά σου έχει συνέπειες και σε σένα και στους γύρω σου.
Σε μια δυναμική κατάσταση δεν μπορείς να μένεις ουδέτερος. Παράδειγμα η κακοποίηση μιας γυναίκας από άντρα που μένει δίπλα σου και συ λες «δεν με νοιάζει, εγώ περνάω καλά», Ε, και μετά από λίγο καιρό φτάνουμε στη δολοφονία! Το είδαμε πριν λίγες εβδομάδες με τη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα.
Ε, ναι, δεν μπορούσε να μην έχει ακούσει κανείς τίποτα! Απλά θέλεις να πιστεύεις ότι δεν θα πάει όλο αυτό στο απόλυτο άκρο. Το ίδιο σκεφτόμαστε και όταν δύο άνθρωποι πλακώνονται. Λέμε εντάξει μέχρι εδώ, καλά είμαστε! Το να γλιστρήσει, ξεφύγει, το πράγμα όμως κρέμεται από μια κλωστή. Και αυτό αφορά τα πάντα. Από το πιο απλό, ας πούμε ένα πεζοδρόμιο σπασμένο που πέφτει ο ηλικιωμένος και χτυπά, μέχρι το χειρότερο, μια δολοφονία.

«Με ενδιέφερε αυτή η αντίθεση, δηλαδή του τι δείχνεις και του τι είσαι»
Πάμε πάλι στη δημιουργία του βιβλίου. Στους δεύτερους χαρακτήρες, τι είναι το πιο απαιτητικό, τι πρέπει να έχουν πάντα;
Οι δεύτεροι χαρακτήρες, αυτοί που καταλαμβάνουν μικρότερο χώρο στην ιστορία, θα πρέπει να είναι φτιαγμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι επίσης αληθινοί και να αντλούμε απ’ αυτούς αυτό που είναι απαραίτητο για την ιστορία.
Έχουν και αυτοί τη δυσκολία τους, έτσι;
Εννοείται! Όταν φτιάχνω το mind map της ιστορίας, το ποιοι θα είναι οι χαρακτήρες, ο καθένας έχει πλήρες βιογραφικό, ψυχολογικό προφίλ που μπορεί όμως να μην το δούμε σε μεγάλο μέρος της ιστορίας. Απλά θα δούμε το κομμάτι του που είναι χρήσιμο στην ιστορία.
Άλλο πεδίο μπορείς να καλύψεις με τον πρωταγωνιστή άλλο με τους δεύτερους. Παρ’ όλα αυτά, δεν το πας αβασάνιστα το φτιάξιμο των δεύτερων χαρακτήρων.
Όχι, καθόλου! Νομίζουν όλοι, στο κομμάτι των χαρακτήρων, ότι είναι σαν να φτιάχνεις ένα cast με ηθοποιούς. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπάρχει ο κύριος χαρακτήρας, οι κύριοι που επανέρχονται από ιστορία σε ιστορία, αλλά και οι υπόλοιποι που λειτουργούν ως καθρέφτες του κύριου χαρακτήρα. Δηλαδή η σχέση του με μια γυναίκα θα μας φωτίσει τη συναισθηματική του πλευρά. Η σχέση με την οικογένειά του ένα άλλο κομμάτι. Η σχέση με τον συνάδελφό του ένα άλλο. Όλα αυτά πρέπει να δένουν οργανικά.
Επέλεξες το Ναύπλιο για τόπο δράσης. Γιατί; Τυχαία;
Έχουμε οργώσει την Ελλάδα με τον Κόκκινο! (γέλια). Όχι, δεν ήταν τυχαία η επιλογή του Ναυπλίου. Από τη μία είναι μια πόλη καρτ ποστάλ, γραφική, τουριστική και από την άλλη συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία της χώρας και το πώς έχουν φτάσει τα πράγματα ως εδώ. Οπότε, το ένα κομμάτι έχει να κάνει με το ιστορικό βάρος που έχει το Ναύπλιο και το άλλο αφορά στο τι υπάρχει πίσω από την πρόσοψη, την τουριστική εικόνα της χώρας. Σε ένα κτήριο υπάρχει το πίσω δωμάτιο, υπάρχει και το υπόγειο. Με ενδιέφερε αυτή η αντίθεση, δηλαδή του τι δείχνεις και του τι είσαι. Επίσης, έχουμε το Ναύπλιο στη διάρκεια των Χριστουγέννων. Ούτε αυτό τυχαία επιλογή. Εκεί, τα φώτα, η θαλπωρή και όλο αυτό που έχουμε σαν κατασκευή στο μυαλό μας, πέφτουν σαν ανακριτικός φακός σε όσους είναι μόνοι, σε όσους δεν έχουν την οικογενειακή, κοινωνική, συνθήκη των Χριστουγέννων.
Μεγεθύνονται καταστάσεις…
Ναι. Οπότε ήθελα να δω τον πρωταγωνιστή μου σε μια τέτοια συνθήκη, σε μια τέτοια πόλη η οποία μοιάζει στα μάτια του και ως λαβύρινθος.
Αν βάζαμε τραγούδι στο βιβλίο ποιο θα ήτανε;
Εδώ έχουμε το soundtrack από τραγούδια μου που υπάρχει στο Spotify! Αν το ψάξει κανείς λέγεται Deep Sea. Εγώ ακούω και γράφω με soundtrack ή με κλασική μουσική. Το κάνω γιατί δεν θέλω να υπάρχει κάτι που θα με αποσπά. Οπότε σκέφτηκα θα φτιάξω δικά μου κομμάτια. Το έκανε με τη λογική ότι κάποιος που διαβάζει το βιβλίο καλό είναι, αν θέλει ,να δει και τι άκουγα εγώ όταν το έγραφα.
Σε ευχαριστώ πολύ
Και εγώ!
*Το βιβλίο το βρίσκετε σε όλα τα κεντρικά βιβλιοπωλεία και ΕΔΩ. Ακούτε το soundtrack ΕΔΩ