«Η πιο ύπουλη μοναξιά δεν είναι να μην έχεις κανέναν. Είναι να μη σε συναντά κανείς πραγματικά» – συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα για το Fractal

Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα //

«Σωτηρία δεν είναι πάντα να βγεις από το σκοτάδι. Μερικές φορές είναι να μη γίνεις εσύ το σκοτάδι κάποιου άλλου»

[..] «Νομίζω ότι η εποχή μας έχει πολλή επικοινωνία και λίγη παρουσία. Είμαστε διαθέσιμοι, ορατοί, διαρκώς προσβάσιμοι, αλλά συχνά απλώς ακουμπάμε ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς να συναντιόμαστε»

[..]« Ο έρωτας λέει μεγάλα λόγια, αλλά η αγάπη κρατάει καλύτερες σημειώσεις. Ο έρωτας γίνεται επικίνδυνος όταν δεν ζητά πια τον άλλον, αλλά τη σωτηρία μας μέσα από τον άλλον»

Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα “Θάλασσα Σώσε Με” (εκδόσεις Ίκαρος), η συγγραφέας Ευτυχία Γιαννάκη μιλά για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι των ανθρώπινων σχέσεων, για τις αόρατες μετατοπίσεις που οδηγούν στη ρωγμή και για τον τρόπο που το έγκλημα λειτουργεί σαν αφετηρία και καθρέφτης όσων κουβαλάμε μέσα μας.

— Στις σελίδες του Θάλασσα Σώσε Με, συχνά μοιάζουν πιο εύγλωττες οι παύσεις από τις ομολογίες, οι σιωπές από τις εξηγήσεις. Τι είναι αυτό που σας ελκύει αφηγηματικά σε όσα οι άνθρωποι επιλέγουν ή αδυνατούν να πουν;

Η γλώσσα, για μένα, είναι μουσική. Και στη μουσική η παύση δεν είναι κενό, είναι μέρος της σύνθεσης. Δίνει ανάσα, ρυθμό, βάθος. Έτσι λειτουργούν και οι σιωπές στο βιβλίο. Δεν είναι μόνο όσα κρύβουν οι άνθρωποι. Είναι και όσα δεν έχουν βρει ακόμη τις σωστές λέξεις. Είναι οι ανάσες τους και το άρρητο. Κάποτε μια εξήγηση φτωχαίνει την αλήθεια. Την τακτοποιεί υπερβολικά, την μικραίνει. Η παύση, αντίθετα, την αφήνει ανοιχτή, επικίνδυνη, ζωντανή. Η σιωπή δεν κρύβει πάντα την αλήθεια. Μπορεί και να την προστατεύει από μια πρόχειρη διατύπωση. Γι’ αυτό και είναι χρήσιμη τόσο στη ζωή, όσο και στη λογοτεχνία.

— Καθώς η έρευνα προχωρά, το έγκλημα μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία για να φωτιστούν οι σχέσεις, οι απώλειες και οι αόρατες μετακινήσεις των ανθρώπων. Τι σας ενδιαφέρει σε εκείνη τη στιγμή όπου ένα αστυνομικό νήμα μετατρέπεται σε βαθιά ανθρώπινη ιστορία;

Οι άνθρωποι συνήθως μετακινούνται αθόρυβα, χιλιοστό το χιλιοστό, μέχρι να φύγουν από τη θέση όπου τους θυμόμασταν, όπου θυμόντουσαν και οι ίδιοι τον εαυτό τους και να περάσουν από το φως, στη σκιά και από εκεί στο σκοτάδι. Το έγκλημα, αφηγηματικά, πέφτει σαν μεγεθυντικός φακός πάνω σε αυτή τη μετατόπιση. Δεν ρωτά μόνο ποιος και γιατί πέρασε το όριο, αλλά εξετάζει και ποια όρια είχαν ήδη χαθεί πριν από αυτό. Εκεί το αστυνομικό νήμα γίνεται ανθρώπινη ιστορία: όταν η λύση του μυστηρίου δεν αρκεί. Όταν καταλαβαίνεις ότι το πιο οδυνηρό δεν είναι μόνο ποιος χάθηκε, αλλά και ποιο όριο είχε χαθεί νωρίτερα, χωρίς κανείς να αντιδράσει.

— Το Ναύπλιο των Χριστουγέννων λειτουργεί σχεδόν σαν ένας τόπος διττός: φωτεινός και σκοτεινός, γιορτινός και υπόγεια απειλητικός. Πώς χτίσατε αυτή την ατμόσφαιρα όπου η ομορφιά μοιάζει να συνυπάρχει με την απώλεια;

Το Ναύπλιο δεν είναι καρτ ποστάλ, η ομορφιά του δεν ακυρώνει το σκοτάδι, το κάνει πιο βαθύ, κρυμμένο στο παρασκήνιο. Είναι μια πόλη που κουβαλάει μνήμη, εξουσία, αίμα, φυλακές και τουριστική λάμψη. Σαν να έχει συμπυκνωμένη μέσα της, σε μικρή κλίμακα, όλη τη χώρα: την βιτρίνα της και το υπόγειο. Τα Χριστούγεννα οξύνουν την αντίφαση. Όποιος έχει χάσει κάτι, όποιος δεν χωράει στην εικόνα της θαλπωρής, νιώθει το φως σαν ανάκριση. Ήθελα η ατμόσφαιρα να είναι επιβλητική αλλά και ανήσυχη. Γιατί η απώλεια δεν χρειάζεται έναν άγριο τόπο για να φανεί. Καμιά φορά γίνεται πιο καθαρή μέσα στην ομορφιά. Το φως δεν είναι πάντα παρηγοριά, μερικές φορές είναι ο πιο ακριβής τρόπος να δεις το κενό.

— Αν και το έγκλημα παραμένει η αφετηρία, στο Θάλασσα Σώσε Με το βάρος μοιάζει να μετατοπίζεται στις λεπτές φθορές των ανθρώπων και στις σχέσεις που δοκιμάζονται. Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζετε το σκοτάδι των ηρώων σας μέσα στα χρόνια;

Το έγκλημα δεν είναι μόνο μια έκρηξη, είναι και η αργή προετοιμασία του. Το παρελθόν δεν επιστρέφει απλώς, περιμένει υπομονετικά μέχρι να πληρωθεί ο λογαριασμός. Με τα χρόνια με απασχολεί λιγότερο η στιγμή της έκρηξης και περισσότερο η προετοιμασία της. Οι μικρές φθορές: μια αποσιώπηση, μια σχέση που συνεχίζεται μηχανικά, η εμμονή, η αγάπη που έχει γίνει βάρος, ένας άνθρωπος που υποχωρεί τόσο πολύ μέχρι που χάνει τον εαυτό του. Στο βιβλίο το σκοτάδι δεν βρίσκεται μόνο στην πράξη. Βρίσκεται σε όσα προηγήθηκαν και δεν φάνηκαν αρκετά σημαντικά για να τα σταματήσει κανείς. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν χάνονται μονομιάς. Μπορεί να λιγοστεύουν μέσα στη ζωή τους, μέχρι κάποιος να το προσέξει.

— Ο Χάρης Κόκκινος δείχνει να φτάνει κάθε φορά πιο κοντά στα όριά του, σαν η έρευνα να μετατρέπεται αθόρυβα σε μια μορφή προσωπικής κατάβασης. Πώς μετακινείται ένας ήρωας όταν αρχίζει να ερευνά, άθελά του, και τις δικές του σκιές;

Κανείς δεν ερευνά για πολύ το σκοτάδι των άλλων χωρίς να αρχίσει να βλέπει το δικό του. Ο Κόκκινος έχει μάθει να κινείται με σύστημα. Η μέθοδός του είναι η άμυνά του, σχεδόν η ηθική του στάση. Όμως σε αυτό το βιβλίο η έρευνα παύει να είναι κάτι έξω από εκείνον. Αρχίζει να τον διαβρώνει. Δεν αλλάζει θεαματικά. Δεν μεταμορφώνεται. Μετακινείται ανεπαίσθητα, όπως οι άνθρωποι όταν καταλαβαίνουν κάτι που δεν μπορούν πια να ξεχάσουν. Κάθε στοιχείο τον φέρνει πιο κοντά όχι μόνο στον δράστη, αλλά και στις δικές του απώλειες, στις δικές του σιωπές, στα πράγματα που κρατούσε σε ασφαλή απόσταση. Η προσωπική κατάβαση αρχίζει όταν η αλήθεια δεν είναι πια απάντηση. Είναι καθρέφτης.

— Στο μυθιστόρημα, οι προσωπικές ιστορίες τέμνονται με ιστορικές εκκρεμότητες και συλλογικά τραύματα. Πόσο πιστεύετε ότι το παρελθόν εξακολουθεί να δρα υπόγεια μέσα στις ζωές και στις σχέσεις των ανθρώπων;

Το παρελθόν δεν τελειώνει όταν παύουμε να το θυμόμαστε. Συχνά τότε ακριβώς αρχίζει να μας κυβερνά. Στο βιβλίο το παρελθόν δεν υπάρχει σαν φόντο ή σαν ιστορική πληροφορία. Δρα υπόγεια, όπως η υγρασία σε ένα σπίτι: μπορεί να μη φαίνεται αμέσως, αλλά αλλάζει τον αέρα, τους τοίχους, την αντοχή των πραγμάτων. Οι προσωπικές ιστορίες κουβαλούν πάντα κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους. Οικογενειακές σιωπές, παλιές ενοχές, πολιτικές εκκρεμότητες, συλλογικοί φόβοι περνούν από γενιά σε γενιά χωρίς να χρειάζεται να ειπωθούν καθαρά. Γίνονται ο τρόπος να αγαπάς, να δυσπιστείς, να σωπαίνεις, να διαλέγεις ανθρώπους, να φοβάσαι την αλήθεια. Το συλλογικό τραύμα δεν μένει στα αρχεία. Μπαίνει στα οικογενειακά τραπέζια, στα υπνοδωμάτια, στις σχέσεις. Και πολλές φορές αυτό που νομίζουμε προσωπική μας μοίρα είναι μια παλιά ιστορία που απλώς βρήκε νέο σώμα.

— Η θάλασσα στον τίτλο μοιάζει άλλοτε με καταφύγιο, άλλοτε με εξομολόγηση, άλλοτε με άβυσσο. Τι μορφή παίρνει για εσάς μέσα στο βιβλίο; Είναι σωτηρία, τόπος επιστροφής στον εαυτό ή κάτι άλλο;

Η θάλασσα δεν σώζει επειδή απαντά. Σώζει, αν σώζει, επειδή δεν ρωτά. Στο βιβλίο η θάλασσα δεν είναι τοπίο. Είναι ένας μεγάλος σιωπηλός αποδέκτης. Μπροστά της οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να εξηγήσουν, να δικαιολογηθούν, να οργανώσουν τον εαυτό τους σε λογικές προτάσεις. Μπορούν απλώς να σταθούν. Άλλοτε μοιάζει με καταφύγιο, άλλοτε με άβυσσο, γιατί έτσι λειτουργεί και μέσα μας το βάθος. Μπορεί να σε ησυχάσει, μπορεί και νασε καταπιεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας άνθρωπος πηγαίνει στη θάλασσα όταν δεν αντέχει άλλο τον θόρυβο της ζωής του. Η θάλασσα δεν υπόσχεται λύτρωση. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος μένει μόνος με αυτό που κουβαλά. Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη μορφή σωτηρίας: όχι να εξαφανιστεί ο πόνος, αλλά να μπορέσεις επιτέλους να τον αντικρίσεις.

— Στους ήρωές σας υπάρχει συχνά μια βαθιά υπαρξιακή μοναξιά, ακόμη και όταν περιβάλλονται από άλλους ανθρώπους. Θεωρείτε πως η εποχή μας έχει μετατρέψει τη συνύπαρξη σε μια νέα μορφή απομόνωσης;

Η πιο ύπουλη μοναξιά δεν είναι να μην έχεις κανέναν. Είναι να μη σε συναντά κανείς πραγματικά. Νομίζω ότι η εποχή μας έχει πολλή επικοινωνία και λίγη παρουσία. Είμαστε διαθέσιμοι, ορατοί, διαρκώς προσβάσιμοι, αλλά συχνά απλώς ακουμπάμε ο ένας πάνω στον άλλον χωρίς να συναντιόμαστε. Η συνύπαρξη έχει γίνει πολλές φορές διαχείριση: μηνύματα, πρακτικές συνεννοήσεις, κοινωνικοί ρόλοι. Και αυτό γεννά μια παράξενη μοναξιά, πιο δύσκολη από την παλιά, γιατί δεν αναγνωρίζεται εύκολα. Δεν μοιάζει με απουσία. Μοιάζει με ζωή γεμάτη ανθρώπους. Στο βιβλίο οι ήρωες δεν είναι μόνοι επειδή δεν έχουν σχέσεις. Είναι μόνοι επειδή δεν μπορούν ή δεν τολμούν να εκτεθούν εκεί όπου θα μπορούσαν να αγαπηθούν. Και αυτό είναι ίσως το πιο σύγχρονο είδος ερημιάς: να είσαι δίπλα στον άλλον και να παραμένεις άθικτος.

— Στο Θάλασσα Σώσε Με το ιδιωτικό και το συλλογικό μοιάζουν να μπλέκονται αξεδιάλυτα: οικογενειακές ρωγμές, ιστορικές σκιές, κοινωνικές μετατοπίσεις. Πώς βρίσκετε την ισορροπία ώστε το κοινωνικό σχόλιο να γεννιέται οργανικά μέσα από την ιστορία και όχι να την επισκιάζει;

Το συλλογικό δεν έρχεται στην ιστορία σαν θεωρία, αλλά σαν ίχνος πάνω στη ζωή. Μια οικογενειακή ρωγμή μπορεί να κουβαλά μια ολόκληρη εποχή. Μια σιωπή στο τραπέζι μπορεί να έχει μέσα της πολιτική, τάξη, φύλο, ιστορία, φόβο. Το κοινωνικό δεν χρειάζεται να μπει πάνω από την ιστορία σαν επιγραφή. Αν είναι αληθινό, υπάρχει ήδη μέσα στις επιλογές των χαρακτήρων. Η ισορροπία βρίσκεται εκεί: να μην εξηγεί το μυθιστόρημα τον κόσμο, αλλά να δείχνει πώς ο κόσμος έχει εγκατασταθεί μέσα στους ανθρώπους.

— Ο έρωτας στο βιβλίο μοιάζει να κινείται ανάμεσα στη σωτηρία και στο σκοτάδι. Τι σας ελκύει σε εκείνο το όριο όπου η αγάπη μεταμορφώνεται σε απώλεια ή ακόμη και σε καταστροφή;

Ο έρωτας λέει μεγάλα λόγια, αλλά η αγάπη κρατάει καλύτερες σημειώσεις. Ο έρωτας γίνεται επικίνδυνος όταν δεν ζητά πια τον άλλον, αλλά τη σωτηρία μας μέσα από τον άλλον. Αυτό είναι το όριο που με απασχολεί: η στιγμή όπου η αγάπη παύει να είναι σχέση και γίνεται απόπειρα επιβίωσης. Όταν ο άλλος δεν είναι πια ένα πρόσωπο με δική του ζωή, αλλά ο τόπος όπου έχουμε ακουμπήσει την αξία μας, τον φόβο μας, την ανάγκη μας να μη χαθούμε. Ο έρωτας δεν είναι κάτι αγνό που απλώς τραυματίζεται από τις συνθήκες. Είναι από μόνος του μια επικίνδυνη περιοχή, γιατί μας αποκαλύπτει. Δείχνει πόσο ελεύθεροι είμαστε, πόσο γενναιόδωροι, πόσο εύθραυστοι και πόσο πεινασμένοι.

— Οι ήρωές σας μοιάζουν να αναζητούν διαρκώς έναν τρόπο να σωθούν, ακόμη κι όταν δεν ξέρουν από τι ακριβώς. Τι μορφή παίρνει η «σωτηρία» στο Θάλασσα Σώσε Με;

Σωτηρία δεν είναι πάντα να βγεις από το σκοτάδι. Μερικές φορές είναι να μη γίνεις εσύ το σκοτάδι κάποιου άλλου. Στο βιβλίο η σωτηρία δεν έχει τη μορφή λύτρωσης. Δεν έρχεται με μια απάντηση που κλείνει όλους τους λογαριασμούς. Είναι πιο δύσκολη, πιο αβέβαιη, πιο ανθρώπινη. Για κάποιους χαρακτήρες, σωτηρία είναι να αντέξουν την αλήθεια χωρίς να καταρρεύσουν. Για άλλους, να παραδεχτούν ότι αγάπησαν λάθος, ότι σώπασαν πολύ, ότι μπέρδεψαν την ανάγκη με τη μοίρα. Και για κάποιους, ίσως, σωτηρία είναι απλώς να σταματήσουν την αλυσίδα: να μην κάνουν στον επόμενο άνθρωπο αυτό που έκανε η ζωή σε εκείνους. Δεν σώζεται κανείς επειδή ξεχνά. Σώζεται όταν μπορεί να θυμάται χωρίς να εκδικείται τη μνήμη του.

Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική και επικοινωνία. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Από τις εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφορούν τα βιβλία της, Στο πίσω κάθισμα (2016), Αλκυονίδες μέρες (2017), Πόλη στο φως (2018), Η νόσος του μικρού θεού (2020), Στη φωλιά του ιππόκαμπου (2021), Οι ναυαγοί του Αυγούστου (2022), Υπέροχος πόλεμος (2025), Θάλασσα σώσε με (2026), και η σειρά μυστηρίου για παιδιά Πιτσιμπουίνοι: Τα πρώτα μου μυστήρια που έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 60.000 αντίτυπα. Έχει εκδώσει, με ψευδώνυμο, το μυθιστόρημα Χάρντκορ (Ωκεανίδα, 2000), που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, και υπέγραψε το σενάριο της αστυνομικής τηλεοπτικής σειράς Ο Σκαραβαίος (Alpha TV, 2024).

Πηγή: https://www.fractalart.gr/giannaki-eytychia/

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;” 

#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”

#3 Πόλη στο φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2026