O άνδρας που έδεσε τα κορδόνια των παπουτσιών του μεταξύ τους

Τελειώναμε το δεύτερο ποτό μας όταν έσκασε το κέρασμα από τον τύπο που καθόταν δίπλα μας στο μπαρ. Προφανώς είχε ακούσει την κουβέντα μας και θέλησε με κάποιον τρόπο να μπει σε αυτήν. Η αλήθεια είναι ότι δεχτήκαμε τα κερασμένα σφηνάκια με βαριά καρδιά και από ευγένεια γυρίσαμε προς το μέρος του.

Ήταν σωματώδης και τριχωτός. Τα γένια κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του και χοντρές μαύρες τρίχες τα χέρια του. Ο τύπος ήταν πολύ μάτσο και φορούσε ένα μπλε σκούρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Ήταν αυτό που λέμε άντρακλας. Ένας δερμάτινος χαρτοφύλακας ήταν ακουμπισμένος στην μπάρα δίπλα του. Το ρολόι του φαινόταν ακριβό, το ίδιο και το κινητό του. Προφανώς είχε έρθει στο μαγαζί αμέσως μετά τη δουλειά του από την οποία κέρδιζε αρκετά και είχε ήδη πιει πολύ. Μικρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν στο μέτωπό του, η αδρεναλίνη ξεχείλιζε και τα μάτια του ήταν κόκκινα.

Σηκώσαμε στον αέρα τα σφηνάκια τεκίλας και κάναμε ένα νεύμα που ήταν κάτι μεταξύ ευχαριστίας και λύπησης. Ποιός γραβατωμένος μισομεθυσμένος κερνάει σφηνάκια δυο άγνωστους άνδρες στο μπαρ; Κάποιος που βρίσκεται προφανώς σε απελπισία.

Ο τύπος όπως ήταν αναμενόμενο πήρε θάρρος και πριν προφτάσουμε να πούμε οτιδήποτε θρονιάστηκε ανάμεσά μας. Το ξένο σώμα μάς ανάγκασε να πάρουμε ενστικτωδώς κάποιες αποστάσεις ασφαλείας. Το αντιλήφθηκε και ενστικτωδώς ομοίως, έκανε ένα βήμα πίσω. Το βήμα ήταν μικρό και προς στιγμήν υποθέσαμε ότι θα έχανε την ισορροπία του, αλλά δεν την έχασε. Ήπιε μια γουλιά και άρχισε να κάνει κάποιους μορφασμούς δυσαρέσκειας. Ήταν προφανές ότι το σώμα του παρέμενε διαρκώς σφιχτό και αγκυλωμένο. Πριν αρχίσει να μας μιλάει έκανε μια απότομη κίνηση που προκάλεσε τον ήχο ενός κρακ στον αυχένα του.

“Άκουσα την κουβέντα που είχατε νωρίτερα… Γενικά δεν μ’ αρέσει να φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν. Τονίζω λοιπόν, ότι απλά άκουσα την κουβέντα σας. Δεν κρυφάκουσα. Μιλούσατε αρκετά δυνατά και η μουσική είναι ακρετά χαμηλά. Ένας λόγος που έρχομαι εδώ είναι ότι η μουσική είναι πάντα χαμηλά. Δεν το βρίσκεις εύκολα αυτό στα μπαρ. Έχει επικρατήσει η ιδέα ότι όσο πιο δυνατά, τόσο πιο καλά. Βλακείες. Κανείς δεν διασκεδάζει έτσι, όχι τουλάχιστον στην ηλικία μας. Ο κόσμος θέλει να μιλήσει, όχι να χτυπηθεί. Αν θέλει να χτυπηθεί πάει στο γυμναστήριο… Εσείς πάτε στο γυμναστήριο;”

“Όχι”, σπεύσαμε να απαντήσουμε.

“Δεν πειράζει. Καλύτερα. Η γυμναστική αποπροσανατολίζει. Νιώθεις μια δήθεν ευεξία, αλλά μπούρδες. Τα συναισθήματα μένουν ίδια, απλά τα πνίγεις νομίζοντας ότι είσαι καλά. Εγώ πάω σχεδόν καθημερινά στο γυμναστήριο. Μποξ. Κάπως έτσι ηρεμώ. Χωρίς αυτό δεν γίνεται. Μπράβο σας λοιπόν, που δεν πάτε, θα πει ότι είστε αρκετά καλά χωρίς γυμναστική.”

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και αναρωτηθήκαμε αν ο τύπος πατάει καλά. Είπαμε και οι δυο μαζί “ναι.. ίσως… εξαρτάται”, έτσι για να πούμε κάτι.

“Φυσικά εξαρτάται”, έσπευσε να συμπληρώσει, “ανάλογα με τα βήματα που θέλει να κάνει κανείς στη ζωή του. Εγώ για παράδειγμα σφύζω από ενέργεια. Δηλαδή τρελαίνομαι. Ξυπνάω το πρωί και νιώθω τόσο δυνατός που δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω. Θέλω να βγω έξω να τρέξω με μεγάλες δρασκελιές, να κολυμπήσω με απλωτές, να κυνηγήσω κοπέλες, να πιάσω την κουβέντα σε όποιον βρω μπροστά μου.”

“Προφανώς και το βράδυ το ίδιο κάνετε” είπε ο φίλος μου, μ’ έναν σαρκαστικό τόνο σαν να του έλεγε να ξεκουβαλήσει σιγά σιγά και να μας αδειάσει τη γωνιά.

“Όχι, δεν κατάλαβες. Δεν κάνω τίποτα από αυτά. Δεν έχω το χρόνο… Πρέπει να σηκωθώ απλά και να πάρω πρωινό για να πάω στη δουλειά. Στις εννιά ακριβώς πρέπει να είμαι στο γραφείο και θα κάτσω εκεί μέχρι τις οκτώ το βράδυ. Δεν μπορώ να πάρω τους δρόμους. Όπως είπα και πριν όλα έχουν να κάνουν με τα βήματα που θέλει να κάνει ο καθένας στη ζωή του. Κι εγώ τα έχω συγκεκριμένα μέσα στο κεφάλι μου. Ξέρω τι μου γίνεται… Ένα βήμα τη φορά. Τώρα είναι η δουλειά, αύριο θα είναι ένας γάμος, μετά τα παιδιά. Ξέρετε πως είναι αυτά. Φαίνεστε κι εσείς εντάξει παλικάρια, θα τα έχετε σκεφτεί όσα σας λέω. Σας άκουσα νωρίτερα που κουβεντιάζατε τι θα κάνετε μόλις ολοκληρώσετε το μεταπτυχιακό σας. Ακούγεστε πολύ αποφασισμένοι. Συνειδητοποιημένοι, θα έλεγα καλύτερα.”

Χαμογελάσαμε για πρώτη φορά όση ώρα μας μιλούσε. Προφανώς είχε βρει τον τρόπο να σπάσει τον πάγο και τελικά δεν ήταν τόσο τρελός όσο νομίζαμε στην αρχή. “Γι’ αυτό ήθελα να σας συγχαρώ”, συνέχισε ακάθεκτος, “είστε έξυπνοι και θα πάτε μπροστά. Ήθελα να το ξέρετε αυτό. Κάποιος πρέπει να αναγνωρίζει την αξία όπου την βλέπει. Μου θυμίζετε τον εαυτό μου όταν ήμουν νεότερος. Ξέρετε τι θέλετε και αφού το έχετε αυτό, πρέπει να ξέρετε ότι ο κόσμος σας ανήκει. Θα τα καταφέρετε ό,τι κι αν επιλέξετε να κάνετε. Με μικρά βήματα προχωράμε… Αυτό να έχετε στο μυαλό σας. Συνήθως οι νέοι τα θέλουν όλα εδώ και τώρα. Όμως, αυτό δεν γίνεται φίλοι μου. Βήμα, βήμα…”

Σηκώθηκε να φύγει έτσι όπως είχε έρθει, με μικρά βήματα κι εμείς μείναμε σιωπηλοί κι ευχαριστημένοι από τις φιλοφρονήσεις και το κέρασμα. Χρειάστηκε να παραγγείλουμε ένα ακόμη ποτό για να συνεχίσουμε την κουβέντα για τα μελλοντικά μας πλάνα, πιο περήφανοι και πιο σίγουροι απ’ ότι νωρίτερα.

Σε λίγο πήρε τον χαρτοφύλακά του, άφησε τα λεφτά για τον λογαριασμό στην μπάρα και περπάτησε προς την έξοδο με μικρά ανισόρροπα βήματα.

Καθώς έκλεινε πίσω του την εξώπορτα, ο φίλος μου έσκυψε και μου είπε: “Καλά το είδες; Ο τύπος έχει δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του μεταξύ τους.”

“Τι;” ρώτησα, “είναι δυνατόν;”

“Μπα”, είπε τελευταία στιγμή πριν κλείσει η εξώπορτα, “μάλλον ήταν ιδέα μου.”

Ήμασταν και οι δυο βέβαιοι πως δεν ήταν ιδέα του, αλλά προτιμήσαμε να μην πούμε περισσότερα. Επέστρεψα στο σπίτι με μικρά σίγουρα βήματα, ελαφρώς ζαλισμένος από τα ποτά, λυπημένος γι’ αυτό το θηρίο που κυκλοφορούσε δεμένο και για μένα. Τον φαντάστηκα να παίζει μποξ με τα παπούτσια δεμένα μεταξύ τους κι έτσι τον φαντάζομαι, όποτε σκέφτομαι το μέλλον μου.

* με αφορμή τον πίνακα του George Bellows, Dempsey and Firpo (1924), Whitney Museum of American Art

Screen Shot 2015-06-11 at 6.03.08 PM

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter