Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη: Μια συνομιλία με την Ευτυχία Γιαννάκη με αφορμή το νέο βιβλίο της “Θάλασσα σώσε με”

Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

30 Μαΐου 2026

Το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη «Θάλασσα σώσε με» από τις εκδόσεις Ίκαρος είναι ένα μυθιστόρημα που, μέσα από τη γνώριμη αστυνομική της ατμόσφαιρα, μιλά για κάτι βαθύτερο: τη μοναξιά των ανθρώπων μέσα στις σχέσεις τους. Η γραφή της παραμένει πειθαρχημένη, σχεδόν λιτή, χωρίς λυρικές υπερβολές. Ωστόσο, κάτω από αυτή τη φαινομενική ψυχρότητα, υπάρχει μια συνεχής συναισθηματική πίεση. Οι διάλογοι είναι κοφτοί, συχνά απογυμνωμένοι από εξηγήσεις, και ακριβώς γι’ αυτό αποκτούν ένταση. Οι σιωπές λειτουργούν ισότιμα με τις λέξεις. Κάθε αποσιώπηση μοιάζει να κρύβει ένα δεύτερο, αθέατο κείμενο. Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος δεν παρουσιάζεται ως ο κλασικός ντετέκτιβ που αποκαθιστά την τάξη. Αντιθέτως, όσο προχωρά η έρευνα, τόσο περισσότερο απογυμνώνεται και ο ίδιος απέναντι στις προσωπικές του ρωγμές. Η υπόθεση δεν τον οδηγεί μόνο στην αλήθεια ενός εγκλήματος αλλά και στην επίγνωση ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν υπακούει στη λογική της δικαιοσύνης. Υπάρχουν πράξεις που δεν εξηγούνται πλήρως και δεσμοί που συνεχίζουν να επιβιώνουν ακόμη και μέσα στη βία.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον χώρο. Το Ναύπλιο, το Τολό, η χειμωνιάτικη παραλία, τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, οι κλειστοί εσωτερικοί χώροι, όλα αποκτούν σχεδόν ψυχολογική λειτουργία. Η θάλασσα κυριαρχεί ως μεταφορά: δεν καθαρίζει, δεν εξαγνίζει, δεν λυτρώνει εύκολα. Είναι μια μνήμη σε υγρή μορφή. Κρατά μέσα της ό,τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντέξουν. Για όσους αγαπούν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, η παρουσία του Μαξ Μέρτεν δεν περνά απαρατήρητη. Το αναγνωστικό κοινό γνωρίζει την αθώωσή του, τη φυγή του στη Γερμανία, καθώς και τις πολιτικές συμφωνίες που συνδέθηκαν με τη μετακίνηση Ελλήνων εργατών στις γερμανικές φάμπρικες. Οι ράβδοι χρυσού και οι περιουσίες των Εβραίων —κινητές και ακίνητες— που οικειοποιήθηκε, φωτίζουν μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της Κατοχής και επανέρχονται στο μυθιστόρημα ως υπόγειο νήμα μνήμης και ενοχής. Η Γιαννάκη αναδεικνύει λιγότερο φωτισμένες πτυχές της υπόθεσης, προσφέροντας μια πιο διεισδυτική ματιά σε ένα ιστορικό τραύμα που εξακολουθεί να σκιάζει τη συλλογική μνήμη.  Το  εξώφυλλο συνομιλεί ουσιαστικά με το περιεχόμενο. Οι αποδομημένες ανθρώπινες μορφές, χωρίς πρόσωπα, μοιάζουν περισσότερο με αποτυπώματα ύπαρξης παρά με πραγματικούς ανθρώπους. Η απώλεια ταυτότητας, η διάχυση του εαυτού μέσα στην ενοχή και τη μνήμη, προαναγγέλλονται ήδη πριν από την πρώτη σελίδα. Η αισθητική λιτότητα των Εκδόσεων Ίκαρος υπηρετεί ακριβώς αυτή τη συνθήκη: τίποτα περιττό, τίποτα κραυγαλέο, μόνο η ένταση που αφήνει πίσω της η σιωπή. Η Γιαννάκη μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ζωή δεν λειτουργεί με καθαρές λύσεις και τελεσίδικες απαντήσεις. Η αγάπη μπορεί να εμπεριέχει καταστροφή, η ενοχή μπορεί να συμπορεύεται με τη στοργή και την τρυφερότητα, και η αλήθεια συχνά φτάνει πολύ αργά για να σώσει. Το «Θάλασσα σώσε με» είναι ένα μυθιστόρημα για ανθρώπους που πνίγονται αθόρυβα, όχι απαραίτητα στο νερό, αλλά μέσα σε όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Με αφορμή το μυθιστόρημα «Θάλασσα σώσε με» συνομιλούμε με την Ευτυχία Γιαννάκη για τα όρια του είδους, τη λειτουργία της μνήμης και τον τρόπο με τον οποίο το έγκλημα μετατρέπεται σε καθρέφτη της ανθρώπινης εμπειρίας.

  • Στο «Θάλασσα σώσε με» η δολοφονία μοιάζει σχεδόν δευτερεύουσα μπροστά στο ψυχικό βάθος των χαρακτήρων. Σας απασχολεί περισσότερο το έγκλημα ή το ανθρώπινο τραύμα που το γεννά;

Το έγκλημα είναι πάντα η αφορμή. Από κάτω υπάρχουν σχέσεις, σιωπές, φόβοι, ενοχές, πράγματα που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε. Δεν με γοητεύει το έγκλημα ως μηχανισμός, αλλά ως ρωγμή. Από εκεί φαίνεται τι έκρυβαν οι άνθρωποι από τους άλλους, αλλά κυρίως από τον εαυτό τους. Στο «Θάλασσα σώσε με» η δολοφονία δεν είναι απλώς το ερώτημα «ποιος το έκανε». Είναι το ερώτημα «τι είχε ήδη συμβεί μέσα τους πριν φτάσουμε εκεί».

  • Η φράση «Από αγάπη» λειτουργεί σχεδόν σαν πυρήνας του βιβλίου. Πιστεύετε ότι η αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη βίας χωρίς να χάσει τη συναισθηματική της αλήθεια;

Η αγάπη είναι μια λέξη που μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Μέσα της χωράνε η τρυφερότητα, η φροντίδα, η αφοσίωση, αλλά και ο έλεγχος, ο φόβος, η εξάρτηση, η αδυναμία να αφήσεις τον άλλον να υπάρξει έξω από εσένα. Δεν πιστεύω ότι η αγάπη δικαιολογεί τη βία. Ποτέ. Με απασχολεί όμως πώς ένας άνθρωπος μπορεί να πείσει τον εαυτό του ότι κάνει κάτι «από αγάπη», ενώ στην πραγματικότητα έχει περάσει ήδη στην καταστροφή. Εκεί αρχίζει το σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας.

  • Η θάλασσα εμφανίζεται όχι μόνο ως τοπίο αλλά σαν ζωντανή παρουσία. Τι συμβολίζει για εσάς μέσα στο μυθιστόρημα;

Η θάλασσα στο βιβλίο δεν είναι φόντο. Δεν είναι ωραία θέα για να ξεκουράζει το μάτι του αναγνώστη. Είναι ένας επιπλέον χαρακτήρας που παρακολουθεί σιωπηλά. Για μένα η θάλασσα είναι μνήμη. Κρατάει όσα οι άνθρωποι νομίζουν ότι μπορούν να της πετάξουν και να απαλλαγούν. Δεν τα εξαφανίζει. Τα επιστρέφει. Άλλοτε σαν παρηγοριά και άλλοτε σαν απειλή. Γι’ αυτό και ο τίτλος έχει μέσα του μια παράκληση, αλλά όχι απαραίτητα τη βεβαιότητα της σωτηρίας.

  • Στο μυθιστόρημα, η δικαιοσύνη φαίνεται να μη λειτουργεί μόνο ως θεσμός αλλά και ως ζητούμενο, συχνά αμφίσημο ή καθυστερημένο. Τι σημαίνει δικαιοσύνη για τους χαρακτήρες σας και πόσο απέχει από τη δικαιοσύνη όπως τη γνωρίζουμε ως κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο;

Η θεσμική δικαιοσύνη χρειάζεται αποδείξεις, κανόνες, διαδικασίες. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, όμως, είναι πολύ πιο ακατάστατη. Άλλος ζητά τιμωρία, άλλος αναγνώριση, άλλος συγχώρεση, άλλος απλώς να ειπωθεί επιτέλους ανοιχτά αυτό που όλοι έθαψαν. Ο Κόκκινος βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Ως αστυνομικός πρέπει να βρει την αλήθεια. Ως άνθρωπος ξέρει ότι η αλήθεια δεν σώζει πάντα. Μπορεί να αποκαθιστά τα γεγονότα, αλλά δεν αποκαθιστά πάντα τις ζωές ή την κοινωνική παθογένεια.

  • Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική αστυνομική λογοτεχνία έχει πάψει πλέον να ενδιαφέρεται κυρίως για τη λύση του εγκλήματος και λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο κοινωνικής και ψυχολογικής χαρτογράφησης της ελληνικής πραγματικότητας;

Η λύση του εγκλήματος παραμένει σημαντική. Συνήθως ο αναγνώστης δεν μπαίνει σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για να τον εγκαταλείψεις στη μέση του δρόμου και να του πεις «βρες το μόνος σου». Αλλά το αστυνομικό δεν είναι μόνο μηχανισμός λύσης. Είναι τρόπος να δεις μια κοινωνία από την πίσω πόρτα. Στην Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οικογένειες που λειτουργούν σαν μικρά κράτη, κράτος που συχνά λειτουργεί σαν προβληματική οικογένεια, παλιές ενοχές, τραύματα και ιστορικές σιωπές. Το έγκλημα τα φωτίζει μέσα από τους χαρακτήρες, από τις μικρές ιστορίες τους μέσα στη μεγάλη Ιστορία.

  • Πώς αποφασίσατε να ενσωματώσετε τη μορφή του Μαξ Μέρτεν μέσα στο «Θάλασσα σώσε με»; Λειτουργεί ως ιστορική αναφορά, ως σύμβολο συλλογικής ενοχής ή ως υπενθύμιση ότι ορισμένα τραύματα της Ιστορίας συνεχίζουν να διαπερνούν υπόγεια το παρόν των ανθρώπων και των σχέσεών τους;

Ο Μέρτεν μπήκε στο βιβλίο γιατί η Ιστορία δεν τελειώνει όταν νομίζουμε ότι τελείωσε. Συνεχίζει αλλού: σε περιουσίες, σε οικογενειακές σιωπές, σε κοινωνικές ανόδους, σε συμφωνίες που δεν ανακοινώθηκαν καθαρά.

Δεν ήθελα να τον χρησιμοποιήσω σαν ιστορική υποσημείωση. Ήθελα να λειτουργεί ως υπόγειο ρεύμα. Να δείχνει πως ό,τι θάβεται συλλογικά δεν εξαφανίζεται. Απλώς αλλάζει μορφή. Και κάποια στιγμή επιστρέφει μέσα από τους ανθρώπους που νόμιζαν ότι δεν τους αφορά πια. Είναι το νερό που περνάει υπόγεια και διαβρώνει τις ζωές τους.

  • Με ποιον τρόπο η μνήμη, ατομική ή συλλογική, παρεμβαίνει στη διαδικασία της αφήγησης;

Η μνήμη δεν είναι αρχείο. Δεν ανοίγεις ένα συρτάρι και βρίσκεις μέσα τα γεγονότα τακτοποιημένα. Η μνήμη αλλάζει, επιμένει, παραμορφώνει, κρύβει, επιστρέφει. Στο βιβλίο λειτουργεί σαν δεύτερη πλοκή. Υπάρχει αυτό που συνέβη και υπάρχει ο τρόπος που οι άνθρωποι το θυμούνται, το αντέχουν ή το ξαναγράφουν μέσα τους για να μπορέσουν να συνεχίσουν. Συχνά δεν μας καταστρέφει μόνο το γεγονός, αλλά η εκδοχή του που κουβαλάμε.

  • Αν το έγκλημα λειτουργεί ως καθρέφτης, τι είδους αντανάκλαση επιστρέφει στον αναγνώστη;

Μάλλον καθαρή, απογυμνωμένη. Η λογοτεχνία δεν είναι καθρέφτης με φίλτρο ομορφιάς. Το έγκλημα επιστρέφει στον αναγνώστη την ερώτηση μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν φοβάται, πονά, αγαπά ή νιώθει πως δεν έχει άλλη διέξοδο. Το κακό δεν γεννιέται πάντα εκεί όπου το περιμένουμε. Μερικές φορές γεννιέται σε πολύ οικεία μέρη. Σε σπίτια, σε σχέσεις, σε οικογένειες, σε φράσεις που ειπώθηκαν μισές και τελικά μέσα μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα συγχωρούνται. Σημαίνει μόνο ότι τίποτα ανθρώπινο δεν είναι τόσο απλό, άσπρο ή μαύρο, όσο μας βολεύει να πιστεύουμε.

  • Ο αστυνόμος Κόκκινος και ο Αλμπάνης φαίνεται να έχουν ήδη αποκτήσει δική τους δυναμική μέσα στο σύμπαν των ιστοριών σας. Είναι χαρακτήρες που θα συνεχίσουν να σας συνοδεύουν και στα επόμενα βιβλία;

Ο Κόκκινος με συνοδεύει δέκα χρόνια τώρα, αλλά δεν είναι ίδιος. Οι ήρωες που δεν αλλάζουν, κάποια στιγμή παύουν να αναπνέουν. Τον βλέπω να κουράζεται, να μετακινείται, να χάνει βεβαιότητες, να αναμετριέται όχι μόνο με τις υποθέσεις αλλά και με τον εαυτό του που είναι ένα ανοιχτό και μεταβαλλόμενο σχήμα όπως όλοι μας. Κανείς μας δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που υπήρξε δέκα χρόνια πριν. Ο Αλμπάνης φέρνει μια άλλη ενέργεια. Πιο φρέσκια, με άλλη σχέση απέναντι στην αλήθεια και στο καθήκον. Η δυναμική τους έχει ακόμη δρόμο, γιατί δεν είναι απλώς σχέση παλιού και νέου αστυνομικού. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να κοιτάς το ίδιο σκοτάδι, το ίδιο φως. Δεν ξέρω αν οι ήρωες «μένουν» επειδή το αποφασίζει ο συγγραφέας ή επειδή συνεχίζουν να του αντιστέκονται, να διατηρούν ένα μέρος τους μυστηρίου τους και άρα της γοητείας τους.

Το «Θάλασσα σώσε με» επιβεβαιώνει ότι η Ευτυχία Γιαννάκη έχει πλέον διαμορφώσει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και ουσιαστικές φωνές του σύγχρονου ελληνικού noir. Όχι γιατί αφηγείται εγκλήματα, αλλά γιατί τολμά να κοιτάξει μέσα στη σκοτεινή ύλη που τα γεννά. Το μυθιστόρημα δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ούτε ασφαλείς βεβαιότητες. Αντιθέτως, αφήνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με εκείνη τη δύσκολη περιοχή όπου η αγάπη, η ενοχή και η απώλεια παύουν να ξεχωρίζουν καθαρά μεταξύ τους. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο του βιβλίου: ότι η θάλασσα δεν εμφανίζεται ως σωτηρία, αλλά ως μνήμη. Μια μνήμη που επιστρέφει ξανά και ξανά, όπως το νερό που επιμένει να βρίσκει δρόμο μέσα από τις ρωγμές. Καλοτάξιδο να είναι!

Πηγή: https://www.periou.gr/magda-papadimitriou-samothraki-mia-synomilia-me-tin-eftychia-giannaki-me-aformi-to-neo-vivlio-tis-thalassa-sose-me-ekdoseis-ikaros/

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;” 

#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”

#3 Πόλη στο φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2026