Ο σιωπηλός και ο φλύαρος γείτονας

Ο φλύαρος γείτονας δεν έβαζε γλώσσα στο στόμα. Κάθε πρωί που ο σιωπηλός γείτονας άνοιγε το παράθυρο να αερίσει τον άκουγε να αφηγείται τι έπαιρνε για πρωινό, πως έπινε τον καφέ του, πως μασουλούσε το τοστ του, πως έστυβε το χυμό του, πως έπλενε τα πιάτα, πως καθόταν μετά να διαβάσει την εφημερίδα του, τι διάβαζε στην εφημερίδα του, πως μαγείρευε το μεσημεριανό του, πως έτρωγε, πως έπλενε τα πιάτα, πως συμμάζευε το σπίτι, πως έκανε μπάνιο, πως φορούσε το αγαπημένο του κόκκινο φούτερ για να βγει βόλτα, πως τάιζε το ψάρι του, πως καθάριζε τη γυάλα του και ούτω καθεξής. Ο γείτονας δεν έκανε τίποτα χωρίς να το αφηγείται και δεν αφηγούταν τίποτα χωρίς να το κάνει.

Όταν έκλεινε το παράθυρο ο σιωπηλός γείτονας ήταν πια μόνος του κι έκανε τις δικές του ασχολίες, χωρίς να τις αφηγείται σε κανέναν. Με τον καιρό διαπίστωσε ότι η καθημερινότητά του δε διέφερε σημαντικά από την καθημερινότητα του φλύαρου γείτονα, μόνο που κανείς δε μάθαινε για τα δικά του. Κάποια στιγμή αποφάσισε να αφήσει ανοιχτό το παράθυρο όλη μέρα και να κάνει ό,τι ακριβώς αφηγούνταν ο φλύαρος γείτονας. Με αυτόν τον τρόπο δεν χρειαζόταν να σκέφτεται, δεν ήταν ανάγκη να παίρνει αποφάσεις για το τι θα φάει, με ποια σειρά θα κάνει τις δουλειές του, τι χρώμα μπλούζα θα φορέσει, πότε θα ξαπλώσει, πότε θα δουλέψει, τι δουλειά θα κάνει, πότε θα καθίσει στον καναπέ, πότε θα κάνει ένα γρήγορο ντους και τι θα διαβάσει στην εφημερίδα. Ήταν τόσο ευχάριστο αυτό που αποφάσισε να το κάνει κάθε μέρα. Οι έγνοιες τις καθημερινότητας έκαναν φτερά. Απλά άνοιγε το παράθυρο κι έκανε όλα όσα υπαγόρευε η φωνή. Ήταν τόσο ανακουφιστικό να ζει χωρίς να σκέφτεται. Αυτό συνεχίστηκε για χρόνια και οι γείτονες συνυπήρχαν τόσο αρμονικά, έτσι όπως συνυπάρχουν μόνο οι άνθρωποι που αγαπιούνται.

Ένα πρωί η φωνή του φλύαρου γείτονα σταμάτησε. Ο σιωπηλός γείτονας περίμενε για μέρες με το παράθυρο ανοιχτό. Τίποτα. Σιωπή. Τέσσερις ολόκληρες μέρες πέρασαν και ο φλύαρος γείτονας δεν έκανε την εμφάνισή του. Υπέθεσε ότι πέθανε. Ο σιωπηλός γείτονας παρέμεινε σε απραξία όλες αυτές τις μέρες. Δεν έφαγε, δεν κοιμήθηκε, δεν ήπιε νερό. Εξαντλημένος όπως ήταν αποφάσισε να ανέβει στο παράθυρό του και να πηδήξει στο απέναντι παράθυρο, στο παράθυρο του φλύαρου γείτονα για να διαπιστώσει τι είχε συμβεί. Φυσικά, δεν τα κατάφερε και προσγειώθηκε με θόρυβο στο βρώμικο τσιμέντο του ακαλύπτου που ένωνε τις δύο πολυκατοικίες.

Οι περισσότεροι υπέθεσαν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς η προσπάθεια να βρει τη φωνή του. Και όπως είναι γνωστό, ελάχιστοι καταφέρνουν κάτι τέτοιο.

 

© Eftychia Giannaki 2016.

Jump – Jarek Puczel

jump jarek puczel

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020