Παίζοντας τη ζωή στα δάχτυλα

Ο γιατρός χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της και το σώμα της άνοιξε σαν τριαντάφυλλο. Ο μικρός γεννήθηκε Ιανουάριο και όταν τον αγκάλιασε για πρώτη φορά ένιωσε το σώμα του ξένο. Της είπαν ότι θα τον συνηθίσει και ότι κάποτε όλα συνηθίζονται. Η ίδια θα προτιμούσε να τον ξεφορτωθεί μερικούς μήνες νωρίτερα προσγειώνοντάς τον σε μικρά κομμάτια σε κάποια μεταλλική λεκάνη. Τον φίλησε περισσότερο από υποχρέωση κι εκείνος ξάπλωσε ανυποψίαστος πάνω της. Το χάσμα που προέκυψε ανάμεσά τους από την πρώτη επαφή ακόμη, δεν θα έκλεινε ποτέ. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι εκείνη αφοσιώθηκε στην περιποίηση του κήπου και στις τριανταφυλλιές της ξεχνώντας την ύπαρξή του.

Τα επόμενα χρόνια όλα ήταν στο χέρι της κι εκείνη επέλεξε να μην κάνει τίποτα. Για τον μικρό τα χέρια της δεν είχαν ποτέ συναισθήματα. Πίστευε πως τα δάχτυλα, εκτός από μνήμη, έχουν και συναισθήματα, όπως συνέβαινε με τα χέρια του πατέρα του. Εκείνα μάλιστα. Ήταν υπέροχα χέρια, με δάχτυλα ευκίνητα και έξυπνα, ικανά να τρυπώσουν στις τρίχες του κεφαλιού του με την παραμικρή αφορμή. Τα άλλα όμως, της μάνας του, ήταν μονίμως μουδιασμένα υποφέροντας από χρόνια συναισθηματική αγκύλωση. Τα χέρια της ασχολούνταν μόνο με τη φροντίδα των φυτών της και το στόμα της παρέμενε μια τρύπα άδεια από λέξεις. Σπάνια του απηύθυνε τον λόγο κι εκείνος δεν χρειαζόταν να της πει τίποτα. Στα δώδεκά του κατάλαβε ότι η μαμά αποφάσισε να εγκαταλείψει τις τριανταφυλλιές της καταπίνοντας χάπια. Αποδέχτηκε την επιλογή της και στην κηδεία δεν χρειάστηκε να κλάψει, σε αντίθεση με τον πατέρα του ο οποίος συνετρίβη κάτω από το βάρος της απόφασής της να τους αφήσει μια για πάντα. Έμειναν κλεισμένοι για μέρες στο σαλόνι χωρίς να μιλούν.

Μερικές βδομάδες αργότερα το σπίτι μετατράπηκε σε αχούρι και οι τριανταφυλλιές στην αυλή μαράθηκαν. Ο πατέρας αναγκάστηκε να συνέλθει και να αναλάβει το συμμάζεμα και το μαγείρεμα. Ο μικρός αποφάσισε να φροντίζει τον κήπο. Σε λίγους μήνες είχε γίνει ένας εξαιρετικός κηπουρός και οι τριανταφυλλιές έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν τη διαφορά από τα χέρια που τις φρόντιζαν. Δεν σκεφτόταν πια τη μητέρα του, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να είναι καλά με τον πατέρα του και η αλήθεια είναι ότι το είχαν καταφέρει σε ένα βαθμό. Το πρόσωπο της μάνας του άρχισε να ξεθωριάζει και με τον καιρό απέκτησε τη μορφή ενός κόκκινου τριαντάφυλλου.

Κάποια στιγμή ο πατέρας του αποφάσισε να φέρει στο σπίτι μια φίλη του και σε λίγο καιρό την παντρεύτηκε. Με αυτόν τον τρόπο απαλλάχτηκε από τις δουλειές του σπιτιού κι ο μικρός απέκτησε μια καινούρια μητέρα που ήταν περισσότερο φλύαρη απ’ όσο είχε συνηθίσει και μπορούσε να αντέξει. Περνούσε τον καιρό του ποσπαθώντας να της ξεφεύγει για να απομονωθεί στον κήπο, όπου μπορούσε να έχει την ησυχία του. Η φροντίδα του για τις τριανταφυλλιές συνεχίστηκε για χρόνια.

Όταν γράφτηκε στη σχολή του σε μια επαρχιακή πόλη ανάγκαστηκε να παρατήσει τον κήπο, τον πατέρα του και την φλύαρη μητρία του. Στριμώχτηκε σε ένα διαμέρισμα είκοσι τετραγωνικών που είχε μόνο ένα μικρό μπαλκόνι. Φύτεψε μια τριανταφυλλιά που όσο κι αν την φρόντισε δεν έπιασε ποτέ. Με τον καιρό η γλάστρα έμεινε άδεια κι έπαψε να ασχολείται. Ήταν προφανές ότι είχε πλέον ενηλικιωθεί και ότι ήταν έτοιμος για την πρώτη σοβαρή του σχέση και για όλες τις επόμενες.

Μετά από χρόνια χρειάστηκε να επιστρέψει στον εγκαταλελειμμένο κήπο για να δει ότι μια τριανταφυλλιά είχε ανθίσει μόνη της. Δίχως καμιά φροντίδα είχε γεννήσει δυο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Πόσο καιρό είχε να τη σκεφτεί και πόσο οριστικά είχε ξεχάσει το πρόσωπό της; Κοίταξε τα χέρια του καθώς άγγιζε τα τριαντάφυλλα που είχαν το πρόσωπό της. Συνειδητοποίησε ότι μετά απ’ όλα αυτά, είχε τα δάχτυλα του πατέρα του και τότε μόνο κατάφερε να κλάψει για όσα είχε ξεχάσει. Και για όσα είχε χάσει, εννοείται.

* με αφορμή τη φωτογραφία αυτού του αγοριού στην Υεμένη που στέκεται δίπλα στον πατέρα του στις 14 Φεβρουαρίου 2013 / Φωτογράφος: Mohamed al-Sayahi  / Πηγή: Reuters

boy rose

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter