Προδημοσίευση – Στο Πίσω Κάθισμα – Book Press

Προδημοσίευση από το αστυνομικό μυθιστόρημα της Ευτυχίας Γιαννάκη, Στο πίσω κάθισμα, πρώτο μέρος μιας τριλογίας με τίτλο Η τριλογία της Αθήνας, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 30 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

 

Το τηλεφώνημα στη συνεργατική Εφημερίδα Επικαιρότητα ήταν σύντομο. Η βραχνή γυναικεία φωνή ενημέρωσε τον νυσταγμένο δημοσιογράφο της νυχτερινής βάρδιας για τη δολοφονία στο υπόγειο του Θεάτρου Πλάκας. Ο νεαρός δημοσιογράφος δεν πρόφτασε να ρωτήσει τίποτα. Το μόνο που σημείωσε εις τριπλούν ήταν ότι ο νεκρός υπήρξε ένα κάθαρμα, ένα κάθαρμα, ένα κάθαρμα, συνοψίζοντας το φτωχό λεξιλόγιο της φωνής, στην άλλη άκρη της γραμμής, στο επαναληπτικό μήνυμα που προωθήθηκε άμεσα στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής.

“Το τηλεφώνημα στη συνεργατική Εφημερίδα Επικαιρότητα ήταν σύντομο. Η βραχνή γυναικεία φωνή ενημέρωσε τον νυσταγμένο δημοσιογράφο της νυχτερινής βάρδιας για τη δολοφονία στο υπόγειο του Θεάτρου Πλάκας. Ο νεαρός δημοσιογράφος δεν πρόφτασε να ρωτήσει τίποτα.”

Το κάθαρμα είχε πράγματι εγκαταλείψει τα εγκόσμια στο σημείο που υπέδειξε η φωνή. Το σώμα του κειτόταν στο πάτωμα, δίπλα σε μια καρέκλα, στο καμαρίνι πίσω από την κεντρική σκηνή του θεάτρου. Φορούσε λευκό πουκάμισο, μπλε παντελόνι και αθλητικά παπούτσια. Το λευκό πουκάμισο ήταν γεμάτο αίματα στην αριστερή πλευρά του. Το κεφάλι του πολτοποιημένο, γερμένο στο πλάι, ακουμπούσε στο πόδι της καρέκλας. Το βαθύ κόκκινο του ξεραμένου αίματος στα αναστατωμένα μαλλιά του αναμειγνυόταν με την αφύσικη ασημί απόχρωση κάποιου χρωμοσαμπουάν. Τα μαλλιά του ήταν πιο πυκνά απ’ όσο θα περίμενε κανείς για την ηλικία του. Επρόκειτο αναμφίβολα για ένα τυχερό κάθαρμα που δεν έχασε τα μαλλιά του στο διάβα της ζωής.

Στο σκονισμένο πάτωμα, δίπλα του, βρισκόταν ένα χειρόγραφο, ίσως το τελευταίο θεατρικό έργο που κέρδισε το ενδιαφέρον του, με τον τίτλο Ανθρώπινη Ζωή, του Λεονίντ Αντρέγεφ. Λίγο πιο πέρα, γυάλιζε μια πένα, μια ακριβή χρυσή πένα με την οποία κράτησε τις τελευταίες σημειώσεις του πάνω στο χειρόγραφο της μετάφρασης. Οι σημειώσεις ήταν διαγραφές γραμμών και μικρά σχόλια για αλλαγές λέξεων. Θα υπέθετε κανείς ότι ο δολοφόνος εξοργίστηκε με τις παρατηρήσεις του και του επιτέθηκε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Κάπως έτσι, ολοκληρώθηκε η Ανθρώπινη Ζωή για τον σκηνοθέτημε μια πτώση κι ένα βαθύ ράγισμα στον μεγάλο καθρέφτη που ισορροπούσε ακόμη στο κέντρο του τοίχου.

Το θέατρο βρισκόταν σ’ ένα στενό δρομάκι στην περιοχή της Πλάκας και στην είσοδό του υπήρχε μια μικρή αυλή που έκλεινε με σιδερένια πόρτα. Το πεζοδρόμιο μπροστά από τη βαριά σιδερένια πόρτα ήταν τόσο στενό που ανάγκαζε τους πεζούς να περπατούν στον εξίσου στενό δρόμο. Οι ξηλωμένοι καθρέφτες των αυτοκινήτων που βρίσκονταν παρκαρισμένα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, μαρτυρούσαν τις αποτυχημένες προσπάθειες των διερχόμενων αυτοκινήτων να αποφύγουν το αναπόφευκτο. Ήθελε θάρρος να κινείται κανείς σε αυτό το στενό, είτε ως πεζός, είτε ως οδηγός. Τα φυτά στη μικρή αυλή της εισόδου έστεκαν αφρόντιστα, σημάδι της γενικότερης εγκατάλειψης που χαρακτήριζε το θέατρο. Οι άντρες της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών βρίσκονταν ήδη μέσα στον υπόγειο χώρο του θεάτρου, ενώ ο ιατροδικαστής είχε ειδοποιηθεί και ήταν καθοδόν. Θα έφτανε όπως πάντα τελευταίος, λες και περίμενε να στηθεί το σκηνικό της υποδοχής του.

Το τηλεφώνημα από τον δημοσιογράφο έγινε μία ώρα νωρίτερα και ο Χάρης Κόκκινος, Τμηματάρχης του Πρώτου Τμήματος της Υποδιεύθυνσης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, έφτασε στο υπόγειο πριν από τον ιατροδικαστή. Το δεξί του χέρι, ο Αναπληρωτής Τμηματάρχης, Γιάννης Ζώης ήταν αυτός που τον ειδοποίησε και ο πρώτος που μπήκε στο θέατρο μαζί με τον Ηρακλή Χρηστίδη, έναν νεαρό Υπαστυνόμο Β’, που δε γελούσε ποτέ. Ο Χάρης ήταν πεισμένος ότι ο νεαρός συνάδελφός τους δεν είχε συναισθήματα. Δεν τον είχε δει ποτέ να κατσουφιάζει, να εκπλήσσεται, να χαμογελάει ή έστω να κάνει μια γκριμάτσα. Αντιθέτως, ο Ζώης υποστήριζε ότι η απουσία έκφρασης ήταν μια μορφή άμυνας. Ακόμη και μπροστά στο πιο αποκρουστικό θέαμα ο Χρηστίδης παρέμενε ατάραχος. Ο νεαρός δεν είχε ούτε μία ρυτίδα, ένα μικρό αυλάκι που να φανερώνει ότι κάποτε αισθάνθηκε συστηματικά, όμως παρά τα δυσμενή σχόλια του προϊσταμένου του, ο Ζώης τον έπαιρνε μαζί του όλο και πιο συχνά στις υποθέσεις που ερευνούσε. Ένιωθε δεν ένιωθε, ήταν συστηματικός και ψύχραιμος.

Όταν μπήκαν στο θέατρο, ο Χρηστίδης έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα που οδηγούσε στο καμαρίνι. Εδώ είναι, φώναξε μόλις αντίκρισε τον νεκρό σκηνοθέτη και ο Ζώης κατάλαβε ότι τους περίμενε πολλή δουλειά τις επόμενες μέρες. Οι άνδρες του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως που τους συνόδευαν απέκλεισαν βιαστικά την είσοδο του θεάτρου πριν αρχίσουν να συγκεντρώνονται οι γείτονες. Το τσουχτερό κρύο κρατούσε προς το παρόν μακριά τους περίεργους.

Ο Δεκέμβρης είχε μπει με άγριες διαθέσεις στην Αθήνα. Ο ουρανός καλυπτόταν από συμπαγή κόκκινα σύννεφα που σχημάτιζαν ένα παχύ προειδοποιητικό στρώμα για την επικείμενη κακοκαιρία. Οι κάτοικοι της πόλης θα στοιχημάτιζαν ότι στην Πάρνηθα χιόνιζε ήδη. Ένα τέτοιο κρύο βράδυ το κέντρο άδειασε νωρίς και ο Δήμος έβγαζε ανακοινώσεις ότι οι χώροι φιλοξενίας των αστέγων θα παρέμεναν ανοιχτοί όλη την εβδομάδα. Το σενάριο που ήθελε τις νιφάδες του χιονιού να κατεβαίνουν μέχρι την αυλή αυτού του μικρού θεάτρου στην Πλάκα, έμοιαζε όλο και πιο πειστικό όσο περνούσε η ώρα. Είχε τρία χρόνια να χιονίσει στο κέντρο και ήταν καιρός να θυμηθούν οι κάτοικοι της πόλης πως ήταν να πέφτει λίγο χιόνι στο μπαλκόνι τους.

Τα περισσότερα φώτα του θεάτρου ήταν αναμμένα και οι άντρες της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών φορούσαν τα γάντια και τις στολές τους πιάνοντας δουλειά, αδιαφορώντας για το ποιος θα πλήρωνε τις κιλοβατώρες που ξοδεύονταν απερίσκεπτα. Ο Ζώης και ο Χρηστίδης έφερναν βόλτες στην κεντρική αίθουσα. Όταν έφτασε ο Χάρης τον χαιρέτησαν με ένα νεύμα που υποδείκνυε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει για να εντοπίσει το νεκρό σκηνοθέτη.

“Ο καθρέφτης πάνω από τον νιπτήρα είχε πιτσιλιές νερού που δεν είχαν στεγνώσει ακόμη. Κάποιος έπλυνε τα χέρια του νωρίτερα, αλλά η πετσέτα στο πλάι του καθρέφτη κρεμόταν στεγνή. Μπορεί ο δολοφόνος να ξεπλύθηκε πριν φύγει. Τα χέρια του θα ήταν γεμάτα αίματα. Ίσως και τα ρούχα του.”

Μπήκε στο καμαρίνι ξεφυσώντας για να παρατηρήσει τα φθαρμένα έπιπλα, τις κάρτες που ήταν κολλημένες στο ραγισμένο καθρέφτη, τις φωτογραφίες από παραστάσεις, το παλιό σεπαρέ στη γωνία του δωματίου, ένα αρχαίο ραδιοκασετόφωνο, σκονισμένες κασέτες, την ντουλάπα με τα φανταχτερά κουστούμια και τις περούκες, το βρώμικο χαλί, έναν μικρό καναπέ και το τραπεζάκι που ήταν γεμάτο με μπουκάλια ουίσκι και βότκας. Τέσσερα καθαρά άδεια ποτήρια στοιβάζονταν το ένα πάνω στο άλλο, δίπλα στη συλλογή των ποτών. Το κάθαρμα δεν είχε πιει. Όχι τουλάχιστον, όσο βρισκόταν στο καμαρίνι. Υπήρχε μία πόρτα που οδηγούσε στο διάδρομο πίσω από τη σκηνή και μια μικρότερη που οδηγούσε στη τουαλέτα. Ο καθρέφτης πάνω από τον νιπτήρα είχε πιτσιλιές νερού που δεν είχαν στεγνώσει ακόμη. Κάποιος έπλυνε τα χέρια του νωρίτερα, αλλά η πετσέτα στο πλάι του καθρέφτη κρεμόταν στεγνή. Μπορεί ο δολοφόνος να ξεπλύθηκε πριν φύγει. Τα χέρια του θα ήταν γεμάτα αίματα. Ίσως και τα ρούχα του. Αν δεν φορούσε γάντια όταν άνοιξε τη βρύση, ήταν πιθανόν να εντοπίσουν κάποιο δαχτυλικό αποτύπωμα. Ο χώρος ήταν παγωμένος.

Ο δημοσιογράφος που ειδοποίησε την αστυνομία έφτασε στην ανοιχτή σιδερένια εξώπορτα πριν από το πρώτο περιπολικό, αλλά δεν τόλμησε να μπει στην αυλή. Εδώ και μια ώρα στεκόταν στο ίδιο σημείο, στριμωγμένος στο στενό πεζοδρόμιο, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει με ποιον έπρεπε να μιλήσει. Οι αστυνομικοί τον προσπερνούσαν, δίχως να του δίνουν σημασία. Όταν κάποια στιγμή τον ρώτησαν τι περίμενε, τους ενημέρωσε ότι ήταν ο δημοσιογράφος που τους ειδοποίησε, για να εισπράξει την ανάλγητη απάντηση ότι θα έπρεπε να συνεχίσει να περιμένει στο κρύο, μέχρι να τον φωνάξουν. Ο χώρος του εγκλήματος είχε πλέον, αποκλειστεί. Καθώς ήταν ελαφρά ντυμένος, σκεφτόταν ότι όσο περισσότερο έμενε έξω στο κρύο, τόσο περισσότερο θα αρρώσταινε. Παρόλα αυτά δεν κούνησε ρούπι. Κάθε τόσο έτριβε τα χέρια και το πρόσωπό του για να ζεσταθεί, αλλά τίποτε δεν ήταν αρκετό. Έτρεμε από το κρύο και το άγχος.

“Η πόρτα της εισόδου ήταν μισάνοιχτη και ο χώρος υποφωτισμένος. Η λάμπα στο βάθος μαρτυρούσε ότι κάποιος βρισκόταν στο πίσω μέρος του θεάτρου. Σκέφτηκε να τρέξει, να χωθεί στο υπόγειο πριν να φτάσουν οι αστυνομικοί, αλλά δείλιασε. Τα πράγματα δεν ήταν όπως στις ταινίες.”

Όταν έφτασε, επικρατούσε ησυχία στη γειτονιά. Ο δρόμος ήταν άδειος και οι γείτονες κοιμόντουσαν μακάριοι. Δεν ήξερε τι ρεπορτάζ έπρεπε να κάνει. Δεν υπήρχε ψυχή γύρω, ούτε κάποιο σημάδι που να μαρτυρούσε ότι πριν λίγο, κάποιος φονιάς είχε διαβεί το σοκάκι. Στάθηκε μπροστά στην σιδερένια εξώπορτα και παρατήρησε όσα μπορούσε να δει. Η πόρτα της εισόδου ήταν μισάνοιχτη και ο χώρος υποφωτισμένος. Η λάμπα στο βάθος μαρτυρούσε ότι κάποιος βρισκόταν στο πίσω μέρος του θεάτρου. Σκέφτηκε να τρέξει, να χωθεί στο υπόγειο πριν να φτάσουν οι αστυνομικοί, αλλά δείλιασε. Τα πράγματα δεν ήταν όπως στις ταινίες. Όχι, δεν επρόκειτο για ταινία δράσης κι αυτός δεν ήταν ο γενναίος δημοσιογράφος που θα ξεκινούσε με την πρώτη μεγάλη επιτυχία της καριέρας του αυτό το παγωμένο βράδυ. Ήταν ένα απλό μέλος μιας συνεργατικής εφημερίδας, της πρώτης που κυκλοφόρησε αφότου ξέσπασε η οικονομική κρίση που γκρέμισε τον εκδοτικό κόσμο της χώρας και τις αμοιβές των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης. Πληρωνόταν με ψίχουλα και μία στο τόσο, για να ρισκάρει τρυπώνοντας εκεί που δεν τον έσπερναν. Θεώρησε ήδη αρκετό που ξεσηκώθηκε από το σπίτι του στο Περιστέρι, για να οδηγήσει το μηχανάκι του μέχρι την Πλάκα, μέσα στο ψωφόκρυο.

Η βάρδια έβγαινε πλέον, από το διαμέρισμά του. Καθισμένος στον μικρό καναπέ του σαλονιού του, κουκουλωμένος κάτω από μια φθαρμένη μάλλινη κουβέρτα που είχε κληρονομήσει από κάποια γιαγιά, περίμενε κάτι να συμβεί. Δεν υπήρχε λόγος να μένουν αναμμένα τα φώτα και η θέρμανση στα γραφεία της εφημερίδας, μιας και αυτό θα ήταν ασύμφορο ή τουλάχιστον, θα στοίχιζε περισσότερα από το μισθό του. Για να βγαίνει η δουλειά αρκούσε η προώθηση των κλήσεων από το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας στο σταθερό του σπιτιού του, μαζί με ένα πρόγραμμα που εγκατέστησε στον υπολογιστή για να ακούει τις συχνότητες της αστυνομίας και της πυροσβεστικής.

“Η διεύθυνση κατοικίας του, ήταν ίδια με τη διεύθυνση του θεάτρου. Όποιος τον δολοφόνησε αποφάσισε να το κάνει μέσα στον χώρο που του ήταν περισσότερο οικείος από οποιονδήποτε άλλον.”

Ο Χάρης γνώριζε το όνομα του νεκρού σκηνοθέτη. Το διάβασε καθώς έμπαινε, στη μαρκίζα του θεάτρου και τον είχε δει μια δυο φορές στην τηλεόραση. Παρόλα αυτά φόρεσε γάντια για να ψάξει το παλτό και τον μικρό δερμάτινο χαρτοφύλακα που βρίσκονταν μέσα στο καμαρίνι και προφανώς ανήκαν στο θύμα. Γνώριζε ότι στη δουλειά του ήταν σημαντικό να ελέγχει ακόμη και τα προφανή, τις λεπτομέρειες. Η ταυτότητα, με μια παμπάλαιη φωτογραφία του καθάρματος, βρέθηκε μέσα στο μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι του σε μια εσωτερική θήκη του χαρτοφύλακα. Το όνομα ήταν μια παραλλαγή του ονόματος στη μαρκίζα. Αρίστος Δόξας, εβδομήντα ετών, ύψος ένα και εβδομήντα πέντε, γαλάζια μάτια, κάτοικος Αθηνών. Η ταυτότητα είχε εκδοθεί από το ΤΑ Ακροπόλεως τριάντα χρόνια πριν. Άρις Δόξας έγραφε η μαρκίζα, εξ ου και το καλλιτεχνικό Άρις με ιώτα και όχι με ήττα. Η διεύθυνση κατοικίας του, ήταν ίδια με τη διεύθυνση του θεάτρου. Όποιος τον δολοφόνησε αποφάσισε να το κάνει μέσα στον χώρο που του ήταν περισσότερο οικείος από οποιονδήποτε άλλον. Ο Χάρης αναρωτιόταν αρκετές φορές αν θα προτιμούσε κάποιος να τον σκοτώσει στο σπίτι του ή στον δρόμο, σε ένα άσχετο μέρος. Κατέληγε πάντα ότι δεν ήθελε να δολοφονηθεί στο σπίτι του, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έθετε στον εαυτό του αυτό το ερώτημα και γιατί το επαναλάμβανε τώρα, καθώς προσπαθούσε να ερμηνεύσει την έκφραση στη φωτογραφία του νεαρού που υπήρξε κάποτε ο νεκρός σκηνοθέτης. Δεν παρατήρησε τίποτα ιδιαίτερο, μόνο ένα ανοιχτόχρωμο βλέμμα εστιασμένο στον φακό κι ένα αμήχανο μειδίαμα, κοινό στις περισσότερες φωτογραφίες του είδους.

Συνέχισε να ερευνά τον χώρο έξω από το καμαρίνι, μαζί με τον Ζώη και τον ανέκφραστο Χρηστίδη που παρέμενε αμίλητος. Η πόρτα που οδηγούσε στον ακάλυπτο και η κεντρική ξύλινη είσοδος του θεάτρου δεν είχαν σημάδια παραβίασης. Ομοίως, τα παντζούρια και τα παράθυρα ήταν καθαρά. Το συμπέρασμα ήταν ότι ο Άρις Δόξας είτε άνοιξε την πόρτα στον δολοφόνο του, είτε ξέχασε την εξώπορτα ανοιχτή, οπότε ο δολοφόνος είδε φως και μπήκε. Τα υπόλοιπα αντικείμενα, πέρα από την αναστάτωση που επικρατούσε στο καμαρίνι, έδειχναν να είναι στη θέση τους, εκτός κι αν ο δολοφόνος αφαίρεσε κάτι που δεν μπορούσαν να φανταστούν.  Αν είχε μπει από την κεντρική είσοδο του θεάτρου, θα πρέπει να άφησε ίχνη στο φθαρμένο κόκκινο χαλί της εισόδου το οποίο ερευνούσαν τώρα προσεκτικά οι άνδρες των Εγκληματολογικών Ερευνών. Ο εξοπλισμός τους ανανεωνόταν με ταχείς ρυθμούς. Μια μικρή ευέλικτη λευκή συσκευή συνέλλεγε υλικό από το χαλί. Ο Χάρης δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει την αδικία. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ήταν ένα από τα ελάχιστα τμήματα της αστυνομίας που οι εργαζόμενοί τους είχαν καινούρια γραφεία και τη χαρά να παραλαμβάνουν κάθε τόσο νέο εξοπλισμό. Οι υπόλοιποι ήταν αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν ακόμη μηχανήματα δεκαετίας ή εικοσαετίας. Ειδικά, ο υπολογιστής στο γραφείο του, αυτό το μπρίκι, όπως το αποκαλούσε η δεύτερη στενότερη συνεργάτιδά του η Λίνα Λιάρου, θα μπορούσε να αποτελεί ένα μνημείο της περιστολής των δαπανών που μάστιζε το ευρύτερο δημόσιο. Η Λίνα τώρα κοιμόταν ήσυχη, αλλά το πρωί που θα ενημερωνόταν για την υπόθεση, δεν θα ήταν καθόλου χαρούμενη που θα έπρεπε να καθίσει σε αυτό το μπρίκι για να ψάξει ότι ήταν να ψάξει στο διαδίκτυο για τον σκηνοθέτη. Ο Χάρης ποντάριζε στο γεγονός ότι ήταν θεατρόφιλη και ότι ίσως αυτός ήταν ένας λόγος για να μετριαστεί η γκρίνια της και η υπόθεση να κεντρίσει κάπως το ενδιαφέρον της.

“Για μια στιγμή, όταν είδε τη διεύθυνση στην ταυτότητα, του πέρασε από το μυαλό ότι ο σκηνοθέτης ζούσε μέσα στο θέατρο, αλλά η κατάσταση της κουζίνας τον έπεισε ότι το διαμέρισμά του θα πρέπει να ήταν κάπου αλλού, ίσως σε κάποιον όροφο λίγο παραπάνω, στην ίδια πολυκατοικία που στέγαζε και το θέατρο.”

Η συλλογή των δαχτυλικών αποτυπωμάτων άρχιζε τη στιγμή που ο Χάρης αναζητούσε τα σκουπίδια στον χώρο που ήταν διαμορφωμένος ως αυτοσχέδιο κουζινάκι. Στα τρία ντουλάπια βρήκε μερικά βρώμικα πανιά, καφέ, ζάχαρη, ένα μπρίκι, μια δεκάδα φθαρμένα ποτήρια και κούπες. Στο μικρό ψυγείο υπήρχαν μόνο τρία πλαστικά μπουκάλια παγωμένο νερό. Ήταν φανερό ότι η κουζίνα είχε μέρες να χρησιμοποιηθεί. Δεν υπήρχαν άπλυτα, ο νεροχύτης ήταν στεγνός, η σακούλα των σκουπιδιών περιείχε μόνο μερικές χαρτοπετσέτες. Για μια στιγμή, όταν είδε τη διεύθυνση στην ταυτότητα, του πέρασε από το μυαλό ότι ο σκηνοθέτης ζούσε μέσα στο θέατρο, αλλά η κατάσταση της κουζίνας τον έπεισε ότι το διαμέρισμά του θα πρέπει να ήταν κάπου αλλού, ίσως σε κάποιον όροφο λίγο παραπάνω, στην ίδια πολυκατοικία που στέγαζε και το θέατρο.

Παρά την γενικότερη βρώμα και τη σκόνη που κάλυπτε το χώρο, γενικά επικρατούσε τάξη. Ο Ζώης τον ενημέρωσε ότι τους τελευταίους μήνες δεν είχε ανέβει κάποια παράσταση στο θέατρο και ότι τα ονόματα στη μαρκίζα είχαν ξεμείνει από την τελευταία παράσταση της περσινής σεζόν, τον Τρελό του Τζουρνταίν, κάποιου Μπουλγκάκοφ που φυσικά αγνοούσαν και οι δύο. Ο Χάρης αναρωτήθηκε αν ο τρελός του Τζουρνταίν ή κάποιος άλλος τρελός είχε επισκεφθεί τον σκηνοθέτη με σκοπό να τον σκοτώσει ή αν απλά του ήρθε να τον σκοτώσει όταν βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι στο καμαρίνι. Στην αρχή κάθε υπόθεσης, τον απασχολούσε πάντα η πιθανότητα του ξαφνικού, του αναίτιου φόνου που γεννιέται από το πουθενά. Αυτού του φόνου που σχεδιάζεται και πραγματοποιείται μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, όπως σχεδιάζεται και προσφέρεται ένα φιλί, μια αγκαλιά ή ένα χαστούκι, μόνο που σε αυτή την περίπτωση προσφέρεται μια μαχαιριά ή ένα μοιραίο σπρώξιμο. Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις; αναρωτήθηκε, παρόλο που γνώριζε ότι δεν υπήρχε εύκολη απάντηση στο φιλοσοφικό ερώτημα.

Πηγή:http://www.bookpress.gr/prodimosieuseis/elliniki-logotexnia/ato-piso-kathisma-giannaki-ikaros

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter