Στο ψαχνό

Μου είπε, βάρα τον. Βάρα τον στο ψαχνό.

Σκέφτηκα, τι μαλακίες λέει, τι θα πει στο ψαχνό, πού είναι το ψαχνό; Στο στομάχι, στον θώρακα, στο κεφάλι, στην καρδιά; Ακούς εκεί βάρα τον στο ψαχνό. Όταν δίνεις οδηγίες καλό είναι να είσαι σαφής. Σήκωσα το όπλο και το έστρεψα προς τη μεριά του θύματος, έτσι γενικά, χωρίς σαφή στόχο. Πάτησα τη σκανδάλη και τινάχτηκα πίσω. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι έγινε, το υποψήφιο θύμα είχε γίνει λαγός κι ένας λεκές είχε σχηματιστεί στο παντελόνι μου από τον φόβο μου.

Μου είπε, κυνήγησέ τον. Κυνήγησέ τον.

Σκεφτηκα, πως να τον κυνηγήσω. Τι να κάνω; Να αρχίσω να τρέχω μέσα στην πόλη πίσω του με το χέρι τεντωμένο και το όπλο να τον σημαδεύει; Και ο κόσμος; Ο κόσμος τι θα κάνει; Θα με πάρει στο κατόπι. Θα αρχίσουν να μου βάζουν τρικλοποδιές, να με βρίζουν, να φωνάζουν πιάστε τον. Άρχισα να τρέχω περνώντας το όπλο στη ζώνη μου.

Μου είπε, γρήγορα, πιο γρήγορα. Φτάστον.

Σκέφτηκα, πώς να τον φτάσω; Είναι νεότερός μου, μικροκαμωμένος και ευκίνητος. Τέντωνα τα πόδια μου όσο μπορούσα κι ανάσαινα από τη μύτη γιατί έτσι λέει κουράζεσαι λιγότερο. Ο κόσμος στο διάβα μου δεν έκανε τίποτα απ’ όσα φανταζόμουν. Άνοιγε όπως η θάλασσα για να περάσει ο Μωυσής. Είχε πλάκα αυτό. Κοιτούσαν σαν να βλέπουν μια καλή ταινία βιβλικής δράσης.

Μου είπε, χώθηκε στην πολυκατοικία. Σπάσε το τζάμι και μπες μέσα.

Σκέφτηκα πώς να το σπάσω; Θα ματώσω. Κατέβασα το μανίκι μου και κοπάνησα με όλη μου τη δύναμη. Τίποτα. Έβγαλα το όπλο και κοπάνησα τη τζαμαρία της εξώπορτας με αυτό. Ράγισε. Έριξα μια κλοτσιά με το αρβυλάκι μου. Τα σπασμένα γυαλιά χύθηκαν στα μαρμάρινα σκαλιά σαν καραμέλες. Είχε πλάκα και αυτό.

Μου είπε, τρέξε. Ανέβα στον δεύτερο όροφο, στην τρίτη πόρτα δεξιά.

Σκέφτηκα, πώς να ανέβω; Να πάρω το ασανσέρ ή να ανέβω από τις σκάλες; Κάλεσα το ασανσέρ μιας και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα από το τρέξιμο. Το ασανσέρ κατέβηκε μόνο του τρεις ορόφους και ανέβηκε δυο μαζί μου. Λίγη άνεση σε τόσο κρίσιμες στιγμές δεν βλάπτει.

Μου είπε, όρμα στην πόρτα. Σπάστην. Σπάστην.

Σκέφτηκα, πώς στο καλό θα την σπάσω; Θα το κάνω όπως στις ταινίες. Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη πάνω της. Τίποτα. Μετά από τρεις προσπάθειες πονούσαν τα πλευρά μου. Στην τέταρτη η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή και με τη φόρα που είχα προσγειώθηκα στο μωσαϊκό του σαλονιού.

Μου είπε, ψάξε στα δωμάτια να τον βρεις. Ψάξε.

Σκέφτηκα, από που στο καλό να αρχίσω; Ξεκίνησα από το μπάνιο, μετά το υπνοδωμάτιο, μετά την κουζίνα, μετά το γραφείο. Κατέληξα στο μπαλκόνι. Ήταν άφαντος. Κοίταξα δεξιά κι αριστερά στα γειτονικά μπαλκόνια. Τίποτα. Κοίταξα κάτω στο πεζοδρόμιο. Τίποτα. Κοίταξα πάνω στον ουρανό. Μόνο αστέρια. Που στο διάολο πήγε, αναρωτήθηκα.

Μου είπε, είσαι μαλάκας. Τον έχασες.

Του είπα, εσύ μου έδινες λάθος οδηγίες.

Μου είπε, δεν πειράζει, την επόμενη φορά. Έτσι είναι ο καλός πατέρας, ξέρει να συγχωρεί, σκέφτηκα.

Του είπα, τι σου έκανε;

Μου είπε, τίποτα.

Τότε γιατί θέλουμε να τον φάμε; αναρωτήθηκα.

Μου είπε, σιγά, μια σκατόγατα ήταν. Πώς αλλιώς θα κάνεις εξάσκηση; Αν του είχες ρίξει στο ψαχνό δεν θα χρειαζόταν να τα περάσουμε όλα αυτά. Θα έπεφτε μπαμ και κάτω.

Αυτό το ψαχνό είναι μεγάλη υπόθεση τελικά, σκέφτηκα. Αν είναι να χτυπήσεις, βάρα στο ψαχνό. Αλλιώς γάμα το. Απομακρυνθήκαμε, καθώς οι ένοικοι της πολυκατοικίας μας έβριζαν και μας πετούσαν γλάστρες.

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία καθώς ξεσκάτιζα τον γέρο μου τις προάλλες. Έσκυψα στο αυτί και του ψιθύρισα τρυφερά, αν δεν είχες κι εμένα, θα έμενε μόνο ο ζουρλομανδίας να σε αγκαλιάζει.

Έτσι είναι ο καλός γιος, σκέφτηκα, ξέρει να συγχωρεί. Μετά του έβαλα μια ταινία δράσης να δει και τον παράτησα.

screen

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter