Το λουρί και ο κισσός

Υπήρχε ένα μπαρ στα Εξάρχεια, σε ένα νεοκλασικό στην Ερεσού, που τη δεκαετία του ογδόντα είχε γνωρίσει δόξες και φοβερά πάρτυ. Τριάντα χρόνια μετά παρήκμασε επαρκώς και ο ιδιοκτήτης γερασμένος πλέον, εξακολουθούσε να απλώνει πούδρα και μάσκαρα γύρω από τα μάτια του, χωρίς όμως να καταφέρνει να κρύψει την κόπωση της ηλικίας και το βάρος στα χέρια του που εξακολουθούσαν να σερβίρουν ποτά με ευφάνταστους τίτλους όπως αγγελοάγγιμα, ερωτοπηγή και λοιπά.

Το κτίριο εξωτερικά καλυπτόταν από έναν κισσό που φιλοξενούσε κάθε λογής ζουζούνι. Εσωτερικά είχε αυτό που λέμε μια κιτς αισθητική με βαριά ξύλα, πέτρα, κακέκτυπα αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, πολύχρωμα λαμπάκια, φθαρμένους δερμάτινους καναπέδες και μπαμπού τραπέζια. Οι θαμώνες ήταν πια ελάχιστοι, από αυτούς τους τύπους που θα τους αποκαλούσες κατεστραμμένους ή καλτ σε μια αφήγηση. Εμείς αρχίσαμε να συχνάζουμε στο μαγαζί στο πρώτο έτος της σχολής για πλάκα και φυσικά, μέσα σε λίγες μέρες είχαμε γνωριστεί με όσους ξημεροβραδιάζονταν στις σκοτεινές του αίθουσες και με τον ιδιοκτήτη. Συνηθίσαμε να ακούμε τρομερές ιστορίες γι’ αυτό το απόκοσμο μέρος, διασκεδάζοντας με τις διηγήσεις για τα σκάνδαλα και τα ξέφρενα πάρτυ μιας άλλης εποχής που αποκτούσε μυθικές διαστάσεις σε σχέση με την αδιάφορη καθημερινότητά μας.

Το μέρος μετά από λίγο καιρό έγινε το στέκι μας και όταν βγαίναμε δεν χρειαζόταν καν να πούμε που θα συναντηθούμε. Σχεδόν κάθε βράδυ, επί δύο χρόνια, σκαρφαλώναμε με το μηχανάκι στο πεζοδρόμιο, ανεβαίναμε την ξύλινη σκάλα, προσγειώνομασταν στα φθαρμένα σκαμπό του μπαρ και ο ιδιοκτήτης με το μακιγιαρισμένο πρόσωπο μας σέρβιρε και μας διηγούταν όσα είχαμε ανάγκη να ακούσουμε.

Πέρασε ο καιρός κι ένα ξημέρωμα πια, αφότου είχαμε πιει αρκετά, μας μίλησε για τα πριβέ γκοθ πάρτι που οργάνωνε που και που στο μαγαζί. Για του λόγου το αληθές έσκυψε κάτω από τη μπάρα και τραβήξε ένα μαύρο λουρί που έβρισκε αρκετά διασκεδαστικό. Μας μίλησε για κουστούμια και για ρόλους, για σωματώδεις υποτακτικούς και πνευματώδεις ντομινατρίς. Με μεγάλη μας έκπληξη ακούσαμε ότι όλοι ήταν ελεύθεροι και ότι όλοι γούσταραν πολύ αυτό που έκαναν. Έφτασε στο σημείο να μας πει ότι οι γκοθάδες ήταν οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι που γνώριζε.

“Ναι, οι τύποι με το λουρί στο λαιμό είναι το πρότυπο της ελευθερίας”, σχολίασε κάποια στιγμή ο φίλος μου παίρνοντας το λουρί από τα χέρια του ιδιοκτήτη. Το σήκωσε ψηλά για να δει ότι κατέληγε σ’ ένα χοντρό δερμάτινο κολάρο με καρφιά, από αυτά που φορούν τα ντόπερμαν. Ο φίλος μου προθυμοποιήθηκε να το φορέσει. Το έβαλε κι άρχισε να χαζογελά. Κάποια στιγμή, ο ιδιοκτήτης άρπαξε το λουρί και τον τράβηξε απότομα προς το μέρος του. Ο φίλος μου κόντεψε να πνιγεί και κοκκίνισε μέσα σε δευτερόλεπτα. Ο ιδιοκτήτης κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό του. “Αν νομίζεις ότι μπορείς να έρχεσαι εδώ για να με κοροϊδεύεις είσαι γελασμένος. Μπορώ να σε στραγγαλίσω επί τόπου και να μη βρουν ούτε τα κόκκαλά σου. Γι’ αυτό εξαφανιστείτε από δω και μη σας ξαναδώ ποτέ μπροστά μου. Δεν ξέρετε τι θα πει ελευθερία.”

Εννοείται πως δεν ξαναπατήσαμε ποτέ σε εκείνο το μέρος που μετά από λίγο καιρό έκλεισε. Περνάμε συχνά απέξω και παρόλο που δεν σχολιαζουμε τίποτα, χαιρόμαστε κρυφά που ο κισσός κάλυψε όλο το κτίριο, ακόμη και τα ξύλινα παράθυρά του, αποκαθιστώντας τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Τώρα συχνάζουμε σ’ ένα μαγαζί λίγο πιο πέρα που μαζεύει μόνο φοιτητές.

με αφρομή τη φωτογραφία από το φεστιβάλ Wave-Gotik-Treffen που διοργανώνεται κάθε χρόνο στη Ληψία. Πηγή: AFP / Getty Images

horse faces

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Twitter