Συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για το Διάστιχο, όπως αναδημοσιεύεται στην Εφημερίδα Θεσσαλία

 Χαριτίνη Μαλισσόβα   

Δημοσιεύτηκε 08 Νοεμβρίου 2021

Θέλετε να μας δώσετε κάποια στοιχεία για την πλοκή του δεύτερου βιβλίου της «Τριλογίας του βυθού», Στη φωλιά του ιππόκαμπου;

Μια μαχόμενη δημοσιογράφος εντοπίζεται νεκρή σε μια πισίνα, στο διαμέρισμα του πρώην συζύγου της στο Κολωνάκι, ενώ ο ίδιος είναι εξαφανισμένος. Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος και η ομάδα του καλούνται να ξετυλίξουν το κουβάρι μιας υπόθεσης που απλώνει τα δίχτυα της από το κέντρο της Αθήνας μέχρι την Ύδρα και τους φέρνει αντιμέτωπους με την ενδοοικογενειακή βία, τα κυκλώματα της τέχνης, τα κλειστά στόματα της μικρής κοινωνίας και τις μικρές ή τις μεγάλες παθογένειες μιας χώρας που ασφυκτιά την εποχή της πανδημίας. Η ιστορία μπορεί να αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που παίζει με τα όρια του μύθου και της πραγματικότητας, της ίδιας της αστυνομικής λογοτεχνίας, της αλήθειας και του ψεύδους, αλλά ταυτόχρονα διαβάζεται πλήρως αυτόνομα. Αυτό που συνέχει την τριλογία είναι η προσωπική ιστορία του αστυνόμου, που εξελίσσεται από ιστορία σε ιστορία, αλλά η εξιχνίαση του εγκλήματος που βρίσκεται στον πυρήνα κάθε βιβλίου ολοκληρώνεται αυτοτελώς.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη διαπιστώσει πόσο επίκαιρο είναι, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενδοοικογενειακή βία και τον κορονοϊό. Πόσο δύσκολη είναι η αναχαίτιση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας;

Το επίκαιρο και το επιδιωκόμενο στην τέχνη είναι το διαχρονικό. Με αυτή την έννοια το βιβλίο δεν εστιάζει στη δημοσιογραφική επικαιρότητα, η οποία αποτυπώνεται προφανώς στα μέσα μαζικής επικοινωνίας ή στον τρέχοντα διάλογο που αναπτύσσεται στη δημόσια σφαίρα. Στόχος του βιβλίου δεν είναι να αποτελέσει απλώς έναν καθρέφτη της τρέχουσας κοινωνικής συνθήκης, αλλά να σκάψει βαθύτερα προκειμένου να φωτίσει ένα φαινόμενο που έχει τις ρίζες του σε νοοτροπίες, αντιλήψεις, κοινωνικές δομές αιώνων και μέσα μας. Είναι ο εσωτερικός βυθός, τα αδιέξοδα, το προσωπικό μας σκοτάδι που φωτίζεται με κάθε λογοτεχνική αφήγηση και όταν πέφτει εκεί το φως αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου, πέρα από τη συστηματική δράση και τα αντανακλαστικά των Αρχών και της πολιτείας, που οφείλουν να αλλάξουν, απαιτεί την εκρίζωση του φαινομένου και των ενστίκτων που συνδέονται με τη βία κατά των γυναικών και εξακολουθεί να φυτρώνει σαν «άνθος του κακού» μέσα μας, στις οικογένειές μας, στις μικρές ή τις μεγαλύτερες κοινότητές μας.

Το γεγονός που μένει είναι ότι στη δυσκολία το βιβλίο αποδείχτηκε πολύτιμη διέξοδος, ακόμη και για ανθρώπους που δεν το κρατούσαν εύκολα ή συχνά στα χέρια τους. 

Ποιο θεωρείτε ότι είναι το αποτύπωμα της πανδημίας στους αναγνώστες;

Ο εγκλεισμός και η αναζήτηση διεξόδων οδήγησαν θεωρώ νέους αναγνώστες στο βιβλίο ή αναθέρμαναν την ξεχασμένη σχέση που είχαν κάποιοι και λόγω περιορισμένου χρόνου ή άλλων δυσκολιών άφηναν την ανάγνωση στην άκρη. Πολλοί διάβασαν βιβλία που είχαν ξεχασμένα για χρόνια στις βιβλιοθήκες τους. Επίσης, το παιδικό βιβλίο αποτέλεσε ένα καταφύγιο για τους μικρότερους αναγνώστες. Αν αυτή η σχέση θα συνεχιστεί ή θα ατονήσει μένει να το δούμε. Το γεγονός που μένει είναι ότι στη δυσκολία το βιβλίο αποδείχτηκε πολύτιμη διέξοδος, ακόμη και για ανθρώπους που δεν το κρατούσαν εύκολα ή συχνά στα χέρια τους.

Πόσα κοινά στοιχεία έχει το σύγχρονο αστυνομικό με το κοινωνικό μυθιστόρημα;

Το αστυνομικό μυθιστόρημα σε μια εκδοχή του εξελίσσεται στο μεγάλο λαϊκό κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας. Όντας πλέον αρκετά δημοφιλές, επιτρέπει βέβαια την πολυφωνία. Έχουμε αφηγήσεις πιο ελαφριές, πιο διασκεδαστικές, που επενδύουν σε φαντασμαγορικές ανατροπές ή στην ηδονή που προκαλεί η ίδια η βία, αλλά και αφηγήσεις που φέρουν πιο έντονα το πρόσημο του κοινωνικού σχολίου ή επιχειρούν να αναμετρηθούν με την ανησυχία και τα τρέχοντα προβλήματα της εποχής και να φωτίσουν την ανθρώπινη κατάσταση και τον ψυχισμό μας. Όσο περνούν τα χρόνια, θα έλεγα ότι προσωπικά βρίσκω πιο ενδιαφέρον το αστυνομικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε κοινωνικό ψυχογράφημα της εποχής μας και πυροδοτείται με αφορμή ένα έγκλημα.

Οφείλει η αστυνομική λογοτεχνία να αφυπνίζει κοινωνικά, να προβληματίζει;

Δεν οφείλει, αλλά όταν το κάνει νομίζω ότι μας χαρίζει μια ενδιαφέρουσα εκδοχή της και βιβλία που ίσως αξίζει να τρυπώσουν στις βιβλιοθήκες ανθρώπων που δεν διαβάζουν αστυνομικά μυθιστορήματα απλά για να διασκεδάσουν. Διατηρώντας ένα πρώτο επίπεδο αφήγησης που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ταυτόχρονα ξεκλειδώνει τα πιο μύχια, το ανείπωτο, το μυστήριο του ίδιου του ανθρώπου, που βρίσκεται πάντα στο κέντρο ως ο καυτός πυρήνας της λογοτεχνικής αφήγησης. Νομίζουμε ότι διαβάζουμε για να λύσουμε το μυστήριο, να βρούμε τον δολοφόνο και να κατανοήσουμε τα κίνητρά του, αλλά στην ουσία διαβάζουμε για να κατανοήσουμε το μεγάλο μυστήριο των χαρακτήρων, του ανθρώπου.

Θέσατε τεχνηέντως στο βιβλίο, με ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο, ως ηρωίδα και τον εαυτό σας με την ιδιότητά σας της συγγραφέως. Τι σας έκανε να το τολμήσετε;

Αυτή η μεταμοντέρνα και ίσως φρέσκια προσέγγιση της αστυνομικής αφήγησης που γενικά παραμένει σχετικά αυστηρή ως προς τη δομή και το πλαίσιο που θέτει, ήταν το κλειδί για να πάω ένα βήμα παρακάτω τον δικό μου πειραματισμό που με θέλει να δοκιμάζω τα όρια του είδους, να προτείνω ίσως μια νέα προσέγγιση, τη συνομιλία με άλλα λογοτεχνικά βιβλία και, τελικά, να επιχειρώ να φωτίσω το ρευστό όριο μυθοπλασίας και πραγματικότητας, που αποτελεί κεντρικό άξονα στην «Τριλογία του βυθού». Με ενδιαφέρει πώς τρυπώνει η λογοτεχνία στην πραγματικότητα και πώς η πραγματικότητα στη λογοτεχνία κι αυτή η επιλογή μού έδωσε τη δυνατότητα να φωτίσω αυτή τη διάσταση της αφήγησης και την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας ενός αστυνομικού μυθιστορήματος.

Τι θεωρείτε εξέλιξη σε έναν λογοτέχνη;

Να πειραματίζεται, να τολμά, να αλλάζει, να εστιάζει σε όσα τον εκφράζουν και να δουλεύει συστηματικά στο έργο του χαράσσοντας τη δική του μοναδική διαδρομή. Να συνομιλεί δηλαδή με τους δημιουργούς που προηγήθηκαν και όσους θα ακολουθήσουν, χωρίς ποτέ να αποχωρίζεται το παιγνιώδες, την αμφιβολία και το ρίσκο που είναι η ενασχόληση με την τέχνη. Η διαρκής εγρήγορση είναι το μεγάλο στοίχημα και η ικανότητα να βουτά και να ξαναβουτά στον εαυτό του, δουλεύοντας σκληρά για να γράψει το βιβλίο που θα ήθελε να διαβάσει και δεν υπάρχει ακόμη.

Εκτός από το να γράφετε, διδάσκετε και δημιουργική γραφή. Μέχρι ποιο βαθμό είναι ζήτημα διδασκαλίας η γραφή;

Υπάρχει η τεχνική και η τέχνη. Η τεχνική είναι κάτι που μπορεί να μελετηθεί διαβάζοντας τα έργα άλλων δημιουργών, δουλεύοντας συστηματικά πάνω σε σχήματα, κατανοώντας τα δομικά στοιχεία της αφήγησης που έχουν αξιοποιήσει ή επινοήσει και αναγνωρίζοντας τα μοτίβα που επανέρχονται ή εγκαταλείπονται, τις επιλογές κάθε δημιουργού, τις αγωνίες και την εξέλιξη αυτών των επιλογών, τις ευκολίες και τα εμπόδιά τους. Πατρίδα της συγγραφής είναι η ανάγνωση και μαθαίνοντας κανείς να διαβάζει, και υπό αυτό το πρίσμα πυροδοτεί ενδεχομένως και τη δική του φωνή πιο συνειδητά, βρίσκει τις αναφορές και τα πατήματά του. Από κει και πέρα το ζητούμενο είναι η τέχνη. Εφόσον δηλαδή κατακτηθεί ένα υποτυπώδες πλέγμα τεχνικής να έρθει στο φως η ιδιαίτερη οπτική, η αισθητική και η άποψη κάθε νέου δημιουργού. Υπάρχουν κάποιες τεχνικές πυροδότησης αυτής της φωνής, αλλά από εκεί και πέρα έρχεται η σκληρή δουλειά, ο πειραματισμός, το θάρρος και η επιμονή κάθε νέου δημιουργού που θα καθορίσει τελικά τη διαδρομή και την εξέλιξή του.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;

Τα Καμένα λεφτά του Ρικάρντο Πίλια [μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Καστανιώτη 2006]. Η χορωδιακή αφήγηση είναι το κλειδί αυτού του βιβλίου που δίνει την αίσθηση τραγωδίας με αφορμή μια πραγματική ληστεία και παίζει με τα όρια του νουάρ, του ύφους και της συμπύκνωσης.

Θέλετε να μας αποκαλύψετε τι θα διαβάσουμε στο τρίτο μέρος της «Τριλογίας του βυθού»;

Αποφεύγω να μιλάω για ένα βιβλίο που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Στόχος μου καθώς το δουλεύω είναι ο νέος πειραματισμός να οδηγήσει σε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα, θέτοντας το λεπτό όριο μυθοπλασίας και πραγματικότητας στο επίκεντρο ενός αστυνομικού μυθιστορήματος που έχει ως στόχο να φωτίσει ακόμη βαθύτερα τον ανθρώπινο ψυχισμό, αλλά και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου.

Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ως σύμβουλος έργων πληροφορικής. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει δημιουργική γραφή. Από τις Εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφορούν οι σειρές αστυνομικών μυθιστορημάτων «Η Τριλογία της Αθήνας»: Στο πίσω κάθισμα (2016), Αλκυονίδες μέρες (2017), Πόλη στο φως (2018), τα δύο πρώτα μέρη της «Τριλογίας του βυθού»: Η νόσος του μικρού θεού (2020), Στη φωλιά του ιππόκαμπου (2021) και η σειρά παιδικού μυστηρίου Πιτσιμπουίνοι: Τα πρώτα μου μυστήρια. Στο παρελθόν κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο το μυθιστόρημα Χάρντκορ (Ωκεανίδα, 2000) που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Αφορμή για τη συζήτησή μας είναι το δεύτερο βιβλίο της «Τριλογίας του βυθού», με τίτλο Στη φωλιά του ιππόκαμπου.

Πηγή: https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/17222-eftichia-giannaki


Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2021