Το βιβλίο στέκεται ακόμη στο κατώφλι σου. Έχει τίτλο, εξώφυλλο, σελίδες, μυρωδιά τυπογραφείου, αυτή τη μυρωδιά που μοιάζει πάντα λίγο με υπόσχεση και λίγο με αποχαιρετισμό. Δεν είναι πια απολύτως δικό σου. Δεν είναι ακόμη των άλλων.
Το κοιτάς στην οθόνη. Το έχεις μικρύνει σε story, σε post, σε κάρτα, σε αρχείο με όνομα final_teliko_ontos, γιατί τίποτα δεν είναι τελικό ώσπου να ανέβει και να δεις αμέσως μετά το λάθος. Να φαίνεται το εξώφυλλο, αλλά να μη φωνάζει. Να γράψεις κάτι προσωπικό, αλλά όχι γλυκανάλατο. Να ζητήσεις από τον άλλο να διαβάσει χωρίς να μοιάζει πως ζητιανεύεις την προσοχή του.
Πατάς δημοσίευση.
Και το βιβλίο, που γράφτηκε στη σιωπή, βγαίνει στον πιο θορυβώδη δρόμο του κόσμου.
Ζητάς από τους ανθρώπους να αφήσουν την οθόνη, μιλώντας τους μέσα από την οθόνη. Είναι σαν να φωνάζεις «ησυχία» με ντουντούκα. Σαν να λες «έλα να μείνουμε λίγο μόνοι» σε μια πλατεία γεμάτη μεγάφωνα.
Αλλά εκεί είναι οι άνθρωποι. Οι φίλοι, οι αναγνώστες, οι γνωστοί, οι άγνωστοι, οι βιαστικοί, οι αφηρημένοι, οι χορτασμένοι από περιεχόμενο, οι κουρασμένοι από συγκίνηση. Εκεί πρέπει να αφήσεις το μικρό σου σήμα. Όχι επειδή το βιβλίο γεννήθηκε για να γίνει post. Αλλά επειδή, αν δεν περάσει πρώτα από τη ροή, μπορεί να μη φτάσει ποτέ στο κομοδίνο.
Κάποτε το βιβλίο έμπαινε σε βιτρίνα και περίμενε. Τώρα μπαίνει σε ροή και κινδυνεύει.
Η βιτρίνα είχε τζάμι. Η ροή έχει αχαρτογράφητο χάος.
Η καρδούλα είναι μικρή, αλλά έχει συμπεριφορά χρησμού. Μπορεί να σημαίνει «μπράβο». Μπορεί να σημαίνει απλώς «σε είδα». Μπορεί να σημαίνει «δεν θα το διαβάσω, αλλά χαίρομαι που υπάρχεις». Μπορεί να μη σημαίνει τίποτα απολύτως, πράγμα που την κάνει ακόμη πιο επικίνδυνη.
Και η απουσία της;
Εκεί αρχίζει η ερμηνευτική επιστήμη των ταπεινωμένων.
Το είδε και δεν πάτησε. Δεν το είδε. Ο αλγόριθμος το έθαψε. Το είδε και το άφησε για μετά. Το είδε και συνέχισε τη ζωή της.
Γύρω από το post περνούν όλα. Ένας σκύλος που αρνείται να μπει στο μπάνιο. Μια κρέμα που υπόσχεται να σβήσει τις ρυτίδες. Ένας πόλεμος. Μια φίλη σε νησί. Τρία βιβλία πάνω σε λευκό σεντόνι. Άλλα πέντε δίπλα σε καπουτσίνο. Ένα βίντεο με τίτλο «πέντε βιβλία που μου άλλαξαν τη ζωή», από κάποιον που μοιάζει να μην έχει αλλάξει ούτε θέση στον καναπέ.
Και μέσα σε αυτή την παρέλαση, το δικό σου.
Ένα βιβλιαράκι. Όχι επειδή είναι λίγο, αλλά επειδή ό,τι αγαπάς, όταν βγαίνει στον κόσμο, μικραίνει. Μέσα σου ήταν τεράστιο: άνθρωποι, σιωπές, νύχτες, λάθη, θάλασσες, πόρτες που κλείνουν, φράσεις που δεν τόλμησαν να ειπωθούν αλλού. Τώρα γίνεται εικόνα ανάμεσα σε συνταγές, eyeliner και γεωπολιτική.
Η ανάγνωση, όμως, δεν είναι θέαμα. Είναι εξαφάνιση.
Δεν υπάρχει αναγνώστης πιο αληθινός από εκείνον που για λίγο δεν φαίνεται πουθενά. Που δεν αντιδρά, δεν ανεβάζει, δεν σχολιάζει, δεν μετριέται. Κάθεται σε μια γωνία και χάνεται μέσα σε κάτι που δεν του ζητάει να αποδείξει ότι το ζει.
Το βιβλίο δεν ζητά μάρτυρες. Ζητά χρόνο.
Και ο χρόνος, σήμερα, δεν είναι απλώς χρόνος. Είναι ιδιοκτησία.
Η πολυδιάσπαση δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Δεν είναι ότι χάλασε ο άνθρωπος και δεν μπορεί πια να συγκεντρωθεί όπως οι παλιοί σοφοί, που υποτίθεται διάβαζαν με κερί, εγκράτεια και ηθική ανωτερότητα. Η πολυδιάσπαση είναι υποδομή. Είναι αγορά. Είναι ένας κόσμος φτιαγμένος για να κόβει την προσοχή σε μικρά εμπορεύσιμα κομμάτια.
Κάποτε έλεγες «δεν συγκεντρώνομαι» και το έλεγες σαν προσωπική αποτυχία. Τώρα πρέπει να προσθέσεις κάτι πιο άβολο: κάποιος κερδίζει από αυτό.
Η προσοχή σου δεν χάνεται απλώς. Κυκλοφορεί.
Περνά από εφαρμογή σε εφαρμογή, από είδηση σε διαφήμιση, από τραγωδία σε αστείο, από εξώφυλλο βιβλίου σε βίντεο με γάτα. Κάθε μικρή διακοπή μοιάζει αθώα. Όλες μαζί, όμως, φτιάχνουν έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να μείνει αρκετά με τίποτα. Ούτε με μια σελίδα. Ούτε με μια σκέψη. Ούτε με τον εαυτό του.
Η ροή δεν αφηγείται. Παρασύρει.
Το βιβλίο κάνει το αντίθετο. Δεν σε αφήνει να είσαι παντού. Σε αναγκάζει να είσαι κάπου. Σε μια πρόταση, σε μια σκηνή, σε έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει, αλλά για λίγο έχει μεγαλύτερη πυκνότητα από τους περισσότερους υπαρκτούς.
Γι’ αυτό αγχώνεσαι όταν κυκλοφορεί ένα νέο βιβλίο. Όχι μόνο επειδή θέλεις να πάει καλά. Αγχώνεσαι επειδή στέλνεις κάτι αργό σε έναν κόσμο βιαστικό. Κάτι σιωπηλό σε έναν κόσμο που ουρλιάζει. Κάτι που ζητά εμπιστοσύνη σε έναν κόσμο εκπαιδευμένο στην άμεση εγκατάλειψη.
Κάπου, όμως, κάποιος το επιλέγει. Κάπου μπαίνει σε μια τσάντα. Κάπου ακουμπά δίπλα σε κλειδιά. Κάπου κάποια το ανοίγει στο λεωφορείο και χάνει τη στάση της. Κάπου κάποιος διαβάζει τρεις σελίδες πριν κοιμηθεί και για λίγα λεπτά δεν είναι χρήστης, κοινό, στόχος, μέτρηση.
Είναι άνθρωπος με ένα βιβλίο στο χέρι.
Ίσως αυτό να είναι αρκετό. Όχι για να σωθεί η ανάγνωση. Η ανάγνωση δεν σώζεται με hashtags και likes, ευτυχώς. Αλλά για να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η μικρή, πεισματική σκηνή: ένας άνθρωπος μόνος, μια σελίδα ανοιχτή, ενώ ο κόσμος έξω ζητάει υστερικά την προσοχή του.
Και το βιβλίο να μη φωνάζει.
Να περιμένει.
κυκλοφορώ < αρχ. κυκλοφορέομαι / κυκλοφοροῦμαι >< κινούμαι κυκλικά, περιφέρομαι, βγαίνω στον κόσμο, περνώ από χέρι σε χέρι, μπαίνω στη ροή.
