Είσαι δεκαπέντε χρονών και στέκεσαι στον διάδρομο του σχολείου με την τσάντα στον ώμο. Είναι διάλειμμα. Φασαρία, σφυρίγματα, μισοφαγωμένες τυρόπιτες, γέλια από παρέες που σκάνε πάνω σου σαν μικρές πέτρες. Ένα αγόρι σε πλησιάζει και σου λέει κάτι χαμηλόφωνα, αρκετά «αστείο» ώστε οι φίλοι του να γελάσουν και αρκετά χυδαίο ώστε εσύ να μη βρεις αμέσως λέξεις.
Δεν απαντάς.
Αργότερα μπορεί να το θυμηθείς σαν αδυναμία, σαν συνενοχή. Δεν ήταν. Ήταν πάγωμα. Το σώμα είναι σοφότερο από τη σκέψη σου, αλλά δεν έχει πάντα τον τρόπο να σε σώζει.
Οι άλλοι γελούν. Εσύ κοιτάς τα παπούτσια σου. Νιώθεις το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι σου, τα αγγεία σου διαστέλλονται, το δέρμα σου να σε προδίδει. Δεν ζήτησες τίποτα. Δεν έκανες τίποτα. Δεν είπες τίποτα. Κι όμως εσύ κοκκινίζεις. Εσύ μικραίνεις. Εσύ θέλεις να βγεις από το σώμα σου και να το αφήσεις εκεί, στον διάδρομο, να τελειώσει μόνο του αυτή τη σκηνή.
Έτσι δουλεύει συχνά η ντροπή: ο άλλος κάνει την πράξη, εσύ παίρνεις το βάρος, εσύ εξαφανίζεσαι. Αυτό είναι το πρώτο σου μάθημα. Δεν χρειάζεται να φταις για να τη νιώσεις. Αρκεί να σε κοιτάξουν σαν να φταις. Αρκεί να σε πείσουν ότι η αμηχανία του άλλου είναι δική σου ευθύνη. Ότι η χυδαιότητά του είναι δικό σου κοκκίνισμα. Ότι η βία του είναι δική σου σιωπή.
Η ντροπή παίζει με τον χώρο. Σε σπρώχνει στη γωνία. Σε θέλει μικρή, διακριτική, σχεδόν ευγενική απέναντι σε αυτόν που σε μείωσε. Θέλει να μαζέψεις τα χέρια σου, να χαμηλώσεις τη φωνή, να προσέξεις πώς θα το πεις, να μην υπερβάλεις, να μην καταστρέψεις τη ζωή κανενός, λες και εκείνος που σε έσπρωξε στη γωνία έδειξε την ίδια λεπτότητα όταν σε έσπρωχνε.
Η Ζιζέλ Πελικό και το βιβλίο της που πρέπει να διαβαστεί απ’ όλες και όλους, έκανε κάτι σπάνιο: αρνήθηκε αυτή τη γωνία.
Η ιστορία της είναι πια γνωστή, αλλά παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να την κοιτάξεις κατάματα, γιατί είναι σαν να κοιτάς κατάματα τον πιο σκοτεινό τόπο των ανθρώπων. Στη Γαλλία, ο πρώην σύζυγός της, ο Ντομινίκ Πελικό, καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια κάθειρξη για την κακοποίησή της, αφού τη νάρκωνε και οργάνωνε επί χρόνια τους βιασμούς της από άλλους άνδρες. Η ίδια αρνήθηκε την ανωνυμία της και επέμεινε η δίκη να γίνει δημόσια. Έτσι, μια υπόθεση που θα μπορούσε να θαφτεί πίσω από κλειστές πόρτες έγινε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τη σεξουαλική βία.
Αυτό που συγκλόνισε δεν ήταν μόνο η φρίκη. Η φρίκη, δυστυχώς, έχει πολλές μορφές, και ο κόσμος έχει αποκτήσει μια ανοσία στις σκοτεινές ειδήσεις, ανατριχιάζει και συνεχίζει. Αυτό που άνοιξε ρήγμα σε αυτή την ανοχή ήταν η στάση της. Η Πελικό δεν κρύφτηκε. Δεν μίκρυνε. Δεν χάρισε στους θύτες της το σκοτάδι που τους βόλευε.
«Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά».
Η φράση έγινε σύνθημα, τίτλος, ηθική πυξίδα. Είναι σπουδαία γιατί δεν ζητά απλώς δικαιοσύνη. Ζητά μετακόμιση, μετακίνηση στον χώρο. Παίρνει ένα συναίσθημα από το σώμα όπου είχε εγκατασταθεί παράνομα και το επιστρέφει στον ιδιοκτήτη του.
Η ντροπή, όταν μένει στο θύμα, γίνεται δεύτερη φυλακή. Δεν αρκεί ότι υπέστης κάτι. Πρέπει και να το κουβαλάς σαν να αποκαλύπτει κάτι για σένα. Σαν να σε λερώνει η πράξη του άλλου. Σαν να σου ανήκει η βία που δέχτηκες. Σαν να είναι δικό σου το σκοτάδι επειδή βρέθηκες μέσα του.
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη της ντροπής. Δεν λέει «πόνεσες». Λέει «είσαι αυτό που σου έκαναν».
Εκεί αρχίζει η πολιτική της δύναμη. Γιατί η ντροπή δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι μηχανισμός κοινωνικής τάξης. Διδάσκει ποιος θα μιλήσει και ποιος θα σωπάσει. Ποιος θα σταθεί στο κέντρο και ποιος θα αποσυρθεί. Ποιος θα απολογηθεί για το τραύμα του και ποιος θα συνεχίσει να κυκλοφορεί ανενόχλητος, με ύφος ανθρώπου που «δεν θέλει να γίνει θέμα».
Πόσο βολικό συναίσθημα για τους θύτες η ντροπή. Σχεδόν υπηρεσία ασφαλείας. Δεν χρειάζεται πάντα να απειλήσεις κάποιον για να σωπάσει. Μερικές φορές αρκεί να τον μάθεις να ντρέπεται.
Η Πελικό έκανε το αντίθετο από αυτό που της είχε ανατεθεί. Δεν έγινε μικρή. Δεν προστάτευσε την κοινωνία από την αμηχανία και το σκοτάδι της. Δεν είπε «ας μην ακουστούν όλα». Δεν δέχτηκε να γίνει η ίδια ο τόπος όπου θα θαβόταν η φρίκη των άλλων.
Στάθηκε δημόσια. Και αυτό, σε μια εποχή όπου η δημόσια έκθεση είναι συχνά θέαμα, ήταν κάτι πολύ δυσκολότερο από μια εμφάνιση στο δικαστήριο. Ήταν μαρτυρία.
Υπάρχει διαφορά. Η εμφάνιση ζητά να τη δουν. Η μαρτυρία αναγκάζει τους άλλους να δουν αυτό που αποφεύγουν.
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία της μας αφορά πέρα από την ίδια τη δίκη. Γιατί οι γυναίκες έχουμε μάθει, σε μικρές ή μεγάλες σκηνές, να ντρεπόμαστε λανθασμένα. Για το βλέμμα που μας έριξαν. Για το αστείο που μας πάγωσε. Για το σπίτι που μας εξέθεσε. Για τον άνθρωπο που μας πρόδωσε. Για την αγάπη που μας μείωσε. Για τη σιωπή που δεν ήταν επιλογή, αλλά τρόπος επιβίωσης.
Και ύστερα μεγαλώνεις, υποτίθεται. Μαθαίνεις λέξεις. Μαθαίνεις ψυχολογία, δικαιώματα, όρια, τραύμα, συναίνεση, κακοποίηση, πατριαρχία, κουλτούρα βιασμού. Λέξεις απαραίτητες. Λέξεις που άργησαν. Λέξεις που κάνουν δουλειά. Αλλά το σώμα, αυτός ο αρχαίος υπάλληλος του φόβου, μερικές φορές συνεχίζει να κοκκινίζει πρώτο.
Γι’ αυτό η φράση και το βιβλίο της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή» (εκδ. Ψυχογιός), έχει τέτοια δύναμη. Δεν λέει απλώς «δεν φταίω». Λέει: πάρε πίσω αυτό που μου φόρτωσες. Δεν είναι δικό μου. Δεν θα το κουβαλήσω άλλο για να είσαι εσύ ελαφρύτερος.
Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά.
Όχι ως ωραίο σύνθημα. Ως δύσκολη εργασία. Ως χειρουργική μετακίνηση του βάρους. Ως πράξη γλώσσας και σώματος μαζί.
Να ξαναμπείς στον διάδρομο του σχολείου, εκεί όπου κάποτε κοκκίνισες χωρίς να φταις, και να καταλάβεις αργά, πολύ αργά ίσως, ότι το πρόσωπο που έπρεπε να καεί δεν ήταν το δικό σου.
Και τότε, για πρώτη φορά, δεν κοιτάς τα παπούτσια σου.
Κοιτάς απέναντι.
ντροπή >< Συστολή, αμηχανία, αίσθημα ταπείνωσης ή ενοχής. Αυτό που σε κάνει να χαμηλώνεις το βλέμμα, ακόμη κι όταν δεν έφταιξες.
