Άλλο το μάτι του ψαριού κι άλλο της κουκουβάγιας

Ο Μάριος δεν γέμιζε το μάτι σε κανέναν μας. Δηλαδή δεν μας γέμιζε το μάτι γενικά. Ήταν κοντός και άσχημος, αλλά ακόμη και η ασχήμια του δεν είχε κάτι ιδιαίτερο. Όλα τα χρόνια καθόταν μόνος του στο τελευταίο ή στο προτελευταίο θρανίο, δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ, ήταν αυτό που λέμε κάπως βλαμμένος ή τουλάχιστον συμπεριφερόταν σαν να είναι. Είχε μάτια τεράστια, σαν μάτια ψαριού, όχι ζωντανού, σαν μάτια νεκρού ψαριού. Το παρατσούκλι του ήταν ο ψαρομάτης. Ακόμη κι αυτό, το γεγονός δηλαδή ότι όλοι τον φώναζαν με αυτό το ηλίθιο παρατσούκλι δεν τον ενοχλούσε. Γενικά ήταν πολύ βαρετός και μετά τα πρώτα χρόνια στο δημοτικό κανείς δεν ασχολούταν πια μαζί του. Ήταν αδιάφορο ακόμη και να τον πειράξεις μιας και δεν αντιδρούσε ποτέ ή όταν αντιδρούσε δεν μπορούσες να γελάσεις με την αντίδρασή του. Οι καθηγητές έδειχναν μεγαλύτερη αδιαφορία και από τη δικιά μας. Σπάνια τον ρωτούσαν κάτι και όποτε του ζητούσαν να μιλήσει εκείνος σήκωνε το ψαρίσιο βλέμμα του και παρέμενε σιωπηλός.

Το σκάνδαλο ξέσπασε όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών και ο Μάριος είχε γράψει 100 στα πέντε από τα έξι μαθήματα, ενώ στην έκθεση είχε πάρει 98. Οι βαθμοί του όλα τα χρόνια ήταν κοντά στη βάση και το απροσδόκητο αποτέλεσμα ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στη μικρή κοινότητα των γονιών και των μαθητών. Με το που αναρτήθηκαν τα αποτελέσματα και πλάκωσαν όλοι σαν τις μύγες μπροστά στο τζάμι του γραφείου των καθηγητών, το θέμα συζήτησης δεν ήταν πως έγραψε ο καθένας, αλλά πώς στο διάολο ο ψαρομάτης κατάφερε να γράψει άριστα και να γίνει όπως όλοι υπολόγιζαν ο πρώτος των πρώτων σε όλη τη χώρα. Κάποιοι ρωτούσαν τα παιδιά τους που καθόταν κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, αν παρατήρησαν κάτι περίεργο, αν αντέγραφε, αν είχε κάποια ηλεκτρονική συσκευή ανοιχτή, αν φορούσε κάποιο ακουστικό, αν ο μπροστινός του είχε ακάλυπτη την κόλλα του, αν οι καθηγητές τον βοηθούσαν ή έκαναν τα στραβά μάτια. Άκρη δεν έβγαινε. Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του.

Οι πιο θερμόαιμοι όρμηξαν στο γραφείο των καθηγητών ουρλιάζοντας και απειλούσαν με καταγγελίες για το δήθεν αδιάβλητο των εξετάσεων. Οι καθηγητές σαστισμένοι δεν μπορούσαν ούτε οι ίδιοι να δώσουν κάποια εξήγηση κι έλεγαν στους γονείς να απευθυνθούν στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και να ζητήσουν εκεί τα ρέστα, να ρωτήσουν να μάθουν τι συνέβη στο βαθμολογικό κέντρο και να απαιτήσουν να δουν τα γραπτά του.

Μέσα σε λίγες ώρες κατέφθασαν οι δημοσιογράφοι με τις κάμερες και τις φωτογραφικές τους μηχανές. Ζητούσαν να μάθουν πληροφορίες για τον αριστούχο και να εντοπίσουν τη διεύθυνσή του. Κανείς από τους καθηγητές δεν θέλησε να μιλήσει για τον μαθητή και μόνο κάποιοι εξοργισμένοι γονείς τους εκμυστηρεύτηκαν πίσω από τις κάμερες ότι έπρεπε να ψάξουν να βρουν τι έγινε, γιατί η ιστορία βρωμούσε.

Οι δημοσιογράφοι δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον Μάριο και την οικογένειά του. Έμαθαν ότι από τότε που τα παιδιά τέλειωσαν με τις εξετάσεις τους, η οικογένεια έφυγε από την γειτονιά και ότι μάλλον είχε ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό μιας και από καιρό ο πατέρας του Μάριου ήταν άνεργος κι έψαχνε να φύγει. Ο ψαρομάτης είχε καταφέρει να αναστατώσει τη μικρή μας κοινότητα και μετά είχε εξαφανιστεί. Όσο κι αν έψαξαν να τον βρουν δεν τον εντόπισαν, σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε μαζί με την οικογένειά του. Από τον διευθυντή του σχολείου μάθαμε ότι δεν συμπλήρωσε καν το μηχανογραφικό του. Αυτό μας καθησύχασε κάπως. Όποια κι αν ήταν η αδικία που είχε γίνει κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, τουλάχιστον δεν θα έπαιρνε τη θέση κανενός που πραγματικά την άξιζε. Αλλά πως ήταν δυνατόν να γράψει τόσο καλά και μετά να μη νοιαστεί ούτε να συμπληρώσει το μηχανογραφικό του;

Το ερώτημα έμεινε αναπάντητο για χρόνια. Και θα έμενε έτσι αν ο Μάριος δεν επέστρεφε στο σχολείο μετά από χρόνια για να ζητήσει ένα αντίγραφο του απολυτηρίου του. Ο διευθυντής ήταν ακόμη ο ίδιος και δεν μπόρεσε να μην τον ρωτήσει που είχε χαθεί όλα αυτά τα χρόνια και πως είχε καταφέρει να γράψει τόσο καλά στις εξετάσεις. Ο ψαρομάτης του είπε ότι ποτέ δεν τον ενδιέφερε το σχολείο και ότι είχε καταφέρει να αντιγράψει από τον μπροστινό του. Μα, ο μπροστινός σου είχε γράψει πολύ χειρότερα από σένα, είπε απορημένος ο διευθυντής. Διόρθωνα κάποια που μου φαίνονταν λάθος, είπε ο ψαρομάτης, αλλά την έκθεση την έγραψα μόνος μου, αφότου πήρα τις σημειώσεις με τα επιχειρήματα του μπροστινού, δεν θυμάμαι ούτε πως τον έλεγαν, πάντως με είχε βοηθήσει πολύ, αν και είμαι σίγουρος ότι πίστευε πως δεν θα κατάφερνα και τίποτα σπουδαίο. Ωστόσο, τα κατάφερες, είπε ο διευθυντής. Δεν έχει σημασία είπε ο ψαρομάτης, το μόνο που κράτησα από τότε ήταν ότι αν κάποιος με βοηθούσε έστω και λίγο μπορούσα να τα καταφέρω μια χαρά. Και μπόρεσες να βρεις κάποιον να σε βοηθάει; ρώτησε ο διευθυντής. Όχι ακόμη, απάντησε ο ψαρομάτης, αλλά δεν το βάζω κάτω, θα συνεχίσω να ψάχνω.

Εγώ ήμουν ο μπροστινός του. Όχι ότι αυτό έχει καμιά σημασία στην ιστορία.

με αφορμή αυτή τη φωτογραφία από εξεταστικό κέντρο στο Bihar στην Ινδία, όπου γονείς σκαρφαλώνουν στο τετραόροφο κτίριο για να βοηθήσουν τα παιδιά τους που διαγωνίζονται στις εξετάσεις της τελευταίας τάξης του Λυκείου.

Cheating

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πρόσφατα άρθρα

Κατηγορίες

Facebook

Instagram

Twitter

Εγγραφείτε στο Newsletter

Η Τριλογία της Αθήνας

#1 Στο Πίσω Κάθισμα – “Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις;”
#2 Αλκυονίδες Μέρες – “Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο κανείς δεν είναι αθώος.”
#3 Πόλη στο Φως – “Μέχρι που μπορείς να φτάσεις όταν δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις;”

© Ευτυχία Γιαννάκη – Eftychia Giannaki 2020